Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Τύπος και προστατευτισμός

 του Δημήτρη Καμάρα (Statesmen.gr)

Τα τελευταία χρόνια πολλά έχουν γραφεί για τα προβλήματα των εφημερίδων, καθώς και την αρνητική επίδραση που αυτά προκαλούν στις κυκλοφορίες, ιδιαίτερα στην αγορά των καθημερινών τίτλων. Οι περισσότεροι επαγγελματίες του χώρου της δημοσιογραφίας προτάσσουν ως κύρια αιτία τη ‘βίαιη’ άφιξη της ιδιωτικής τηλεόρασης, η οποία, αν και συνοδεύτηκε από πρώιμη πτώση της ποιότητας του προβαλλόμενου τηλεοπτικού υλικού, απήλαυσε την ολιγωρία του Τύπου να αξιοποιήσει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που του παρέχει η δυνατότητα ανάλυσης και διερεύνησης της επικαιρότητας. Αρκετά αργότερα, άλλοι είδαν στο διαδίκτυο, το μέσο-δολοφόνο για τις παραδοσιακές, χάρτινες εφημερίδες. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η αυξημένη προσκόλληση των ελληνικών εφημερίδων στα πολιτικά κόμματα και η τακτική εμπλοκή τους στα προσωπικά πολιτικά ‘παιχνίδια’ και τις κομματικές σκοπιμότητες είχαν ως συνέπεια ο Τύπος να ακολουθήσει την πολιτική στην πτώση της αξιοπιστίας, αλλά και αποτελεσματικότητας.


Βέβαια, θα πρέπει να τονιστεί ότι η συμπόρευση των πολιτικών εφημερίδων με συγκεκριμένες ιδεολογίες και κόμματα δεν φαίνεται να δυσαρεστεί τον Έλληνα αναγνώστη, ο οποίος επιζητά στα φύλλα τους την ενίσχυση των προσωπικών του θέσεων και επιδιώξεων. Συχνά, όπως τονίζεται από δημοσιογράφους, αλλά και στελέχη του Τύπου, οι απόπειρες παρέκκλισης από τη συνήθη «γραμμή’ των εφημερίδων δεν ανταμείβονται από το αναγνωστικό κοινό, το οποίο δείχνει να προσβλέπει στην εξυπηρέτηση ήδη παγιωμένων αντιλήψεων, αλλά και στην άντληση επιχειρημάτων για την προώθησή τους.

Όμως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, παρά τις κυρίαρχες ιδεολογικές φόρμες, τα γενικότερα πολιτικά αισθητήρια του κοινού είναι δυναμικά και υπόκεινται σε αλλαγές. Σε αυτό συμβάλλουν έντονα η οικονομική συγκυρία, τα προβλήματα της καθημερινότητας, η εικόνα που εκπέμπουν οι πολιτικοί, κυβερνώντες και μη, καθώς και η εν γένει αποτελεσματικότητα των πολιτικών αρχόντων στον τομέα διαχείρισης των κοινών. Άρα, πόσο ισχυρή είναι η ανάδραση Τύπου-αναγνωστών; Με άλλα λόγια, κατά πόσο οι επιθυμίες του κοινού διαμορφώνουν το ειδησεογραφικό προϊόν και την ιδεολογική πλατφόρμα πάνω στην οποία στηρίζονται η συλλογή, η επεξεργασία και η προβολή των ειδήσεων; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει εντατική, επαναλαμβανόμενη, εις βάθος έρευνα σε κρίσιμες ομάδες αναγνωστών, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση του τρόπου αξιοποίησης (ή μη) που τυγχάνουν οι έρευνες αναγνωστικού κοινού που πραγματοποιούν οι ίδιες οι εφημερίδες. Λόγου χάρη, χρήσιμο θα ήταν να διερευνηθεί το κατά πόσο η δυσαρέσκεια των πολιτών για τα κυβερνητικά μέτρα, που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις επηρεάζει τις στρατηγικές αποφάσεις διαχείρισης του ειδησεογραφικού περιεχομένου στις αίθουσες σύνταξης των εφημερίδων.

Στη χώρα μας, κυρίαρχη πηγή επηρεασμού αποτελούν οι ιδιοκτήτες του Τύπου, οι οποίοι άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο παρεμβαίνουν στον τρόπο παραγωγής και απεικόνισης του ειδησεογραφικού προϊόντος. Όσοι δε ιδιοκτήτες διατηρούν επιχειρηματικά συμφέροντα εξω-εκδοτικού τύπου έχουν επιπρόσθετους λόγους επέμβασης στο δημοσιογραφικό έργο – πέραν της εξυπηρέτησης της ιδεολογίας τους και των απόψεων του κοινωνικού και επιχειρηματικού τους κύκλου.

Λίγο-πολύ όλα αυτά είναι γνωστά στο επάγγελμα, μάλιστα ορισμένες φορές καθίστανται και εμφανή στον προσεκτικό αναγνώστη. Η αγωνιστικότητα των εφημερίδων, σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθος της ελληνικής κοινωνίας και αγοράς, καθιστά κάθε απόπειρα συγκάλυψης σκανδάλων ή κακώς κειμένων έργο δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο. Από το άλλο μέρος, τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά συμβάλλουν στην αποκάλυψη των τρεχουσών επιδιώξεων των ιδιοκτητών ΜΜΕ, αλλά και του επιτελικού στελεχιακού δυναμικού.

Από το άλλο μέρος, η κομματικοποίηση αυτή καθεαυτή δεν αρκεί για να εξηγήσει την κρίση που διέρχεται η αγορά των εφημερίδων. Οι βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων της εγχώριας δημοσιογραφίας εντοπίζονται στη δομή των ελληνικών ΜΜΕ και στις πρακτικές που κυριαρχούν εδώ και δεκαετίες, οι οποίες στην πλειονότητά τους έχουν αποδυναμώσει την παρεμβατική λειτουργία του επαγγέλματος, έχουν αδρανοποιήσει την έννοια του στρατηγικού σχεδιασμού και έχουν οδηγήσει αρκετές εφημερίδες σε κυκλοφορικό αδιέξοδο. Ακόμη, ο κρατικός προστατευτισμός προς τον Τύπο, ο οποίος εκδηλώνεται υπό τη μορφή σωρείας κανόνων που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό (ρυθμιστικές παρεμβάσεις στη δημοσίευση ισολογισμών, αγγελιόσημο κ.λπ.), είναι σημαντικός παράγοντας της σημερινής μαλθακότητας των εφημερίδων, οι οποίες ακόμη και στις στιγμές έντονης κριτικής προς την εξουσία, ‘αλληθωρίζουν’ προς τους εκφραστεές της. Και βέβαια, οι τελευταίοι δεν είναι απαραίτητο να είναι πάντοτε μέλη του κυβερνώντος κόμματος, το οποίο γίνεται αποδέκτης της κριτικής, μπορεί να είναι και εν δυνάμει πολιτικοί άρχοντες…

Τί γίνεται άραγε με την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εταιρική διακυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία, οι ελληνικές επιχειρήσεις θα έχουν τη δυνατότητα να δημοσιεύουν τον ισολογισμό τους σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκό Μέσο επιθυμούν, ακόμη και στο Διαδίκτυο; Οι ανταγωνιστικές προσφορές και τα ειδικά τιμολόγια θα αποτελούν πλέον το ζητούμενο στην αγορά των εφημερίδων, ενώ νέα διαδικτυακοί τόποι θα διεκδικήσουν με πείσμα μερίδιο των εσόδων. Ακόμη, γιατί δεν καταργείται, πλέον το αγγελιόσημο, το οποίο αποτελεί παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία, προκειμένου να χρηματοδοτούνται οι ιδιοκτήτες των έντυπων Μέσων απευθείας από την κοινωνία; Τα κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν ανεξαρτήτως αλλαγής προσώπων στο καταργημένο – στα χαρτιά – ‘Υπουργείο Τύπου’, ανάθεσης ή μη αρμοδιοτήτων, κ.λπ.

Οι στήλες στις ελληνικές εφημερίδες που ασχολούνται με τα Μέσα Ενημέρωσης ήδη αναφέρονται σε σαρωτικές αλλαγές στο εκδοτικό τοπίο. Την είσοδο των εφοπλιστών διαδέχθηκε η οικονομική κρίση, οι αναζητήσεις στηριγμάτων στην Κυβέρνηση, ενώ η πρακτική της διαιώνισης των ζημιογόνων φύλλων προς όφελος διαφόρων μικρών και άλλων εκδοτών-επιχειρηματιών συνεχίζεται με ένταση στην ελληνική αγορά. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι τα δύο τρίτα των Αθηναϊκών καθημερινών πολιτικών φύλλων εκδίδονται με μοναδική χρησιμότητα την ύπαρξή τους στο μάτσο της καθημερινής αποδελτίωσης που πραγματοποιείται για λογαριασμό της κυβέρνησης και της οικονομικής ελίτ της χώρας. Τα ‘μηνύματα’ μέσω της αποδελτίωσης φτάνουν στους αποδέκτες τους. Ελάχιστοι έχουν ίδια πείρα από το δημοσίευμα.

Στον δρόμο για τη διαμόρφωση του νέου εκδοτικού τοπίου τα ‘θύματα’ θα είναι πολλά και οι αλλαγές σαρωτικές. Οι γνώστες των εξελίξεων ήδη ετοιμάζονται για το μέλλον, το οποίο – μεταξύ άλλων – θα χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του διαδικτύου ως πηγής ενημέρωσης για τις ηλικιακά νεαρές ομάδες πληθυσμού. Όταν στις ώριμες αγορές του εξωτερικού οι συζητήσεις για την επιβίωση των εφημερίδων έχουν λάβει μορφή δημόσιας διαβούλευσης εντός της επικοινωνιακής βιομηχανίας, βέβαιο είναι ότι οι ελληνικές εφημερίδες με τη σημερινή τους μορφή δεν έχουν θέση στην Κοινωνία της Πληροφορίας και Γνώσης του 21ου αιώνα. Απαιτούνται δραστικά βήματα προς την κατεύθυνση εκσυγχρονισμού της φιλοσοφίας και των διαδικασιών παραγωγής, καθώς και αναβάθμιση του ίδιου του ανθρώπινου παράγοντα, ο οποίος σήμερα – λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων του – άγεται και φέρεται από τα εκάστοτε κέντρα οικονομικής, πολιτικής και επιχειρηματικής εξουσίας.

Στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, οι συζητήσεις περί στρεβλώσεων και κρατικού προστατευτισμού στο εγχώριο επικοινωνιακό τοπίο θα αποτελούν ιστορικά δεδομένα μιας εποχής που χαρακτηρίστηκε από ελλιπή επιχειρηματικότητα και την ανεπάρκεια της ελληνικής δημοσιογραφίας. Θα είναι η εποχή όπου το χαρτί θα αποτελεί πολυτελές μέσο παραγωγής και η έννοια της εφημερίδας θα εκπροσωπείται αποκλειστικά από την ετυμολογική της ρίζα: αυτής που υποδηλώνει ένα ‘εφήμερο’ προϊόν, το οποίο θα αγωνίζεται για την προτίμηση του κοινού για να ‘πεθάνει’ τάχιστα λίγες ώρες μετά τη γέννησή του. Τότε τα ερεθίσματα που θα έχουν να διαχειριστούν οι αναγνώστες-ακροατές-τηλεθατές-χρήστες θα είναι πολλαπλάσια των σημερινών και το διακύβευμα για τον ‘Τύπο’ και τη δημοσιογραφία κρισιμότερο…

Δεν υπάρχουν σχόλια: