Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΜΠΟΡΕΙ Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΝΑ ΒΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΦΕΣΗ;

Όσο και αν η πολιτική της Fed και του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών είναι επικίνδυνη, η οικονομία των ΗΠΑ έχει πολλά ατού που μπορούν να την βγάλουν από την σημερινή της κρίση

του Γκόρντον Μπράουν*

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι η αμερικανική οικονομία γνωρίζει ισχυρές πιέσεις, με πρωτόγνωρες συνέπειες όχι μόνον για την Αμερική αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο –γεγονός που προκαλεί ποικίλες και δικαιολογημένες ανησυχίες εντός και εκτός Αμερικής. Όμως, η χώρα αυτή διαθέτει σοβαρά και πολύ αξιόλογα αποθέματα ανθρώπινου κεφαλαίου που, αν κινητοποιηθούν και αξιοποιηθούν κατάλληλα, θα άλλαζε σχετικά γρήγορα το διεθνές περιβάλλον, παρά τις αβεβαιότητες που ήδη υπάρχουν.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το διεθνές οικονομικό μέλλον της Αμερικής εξαρτάται από την υψηλή παραγωγικότητα σε παγκόσμιες βιομηχανίες έντασης γνώσεων, όπως η παραγωγή ιατρικών συσκευών, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και η μηχανική, καθώς και σε δημιουργικές υπηρεσίες, όπως ο κινηματογράφος, η αρχιτεκτονική και η διαφήμιση, που όλες είναι εν δυνάμει μαζικές εξαγωγές. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να είμαστε αισιόδοξοι: για παράδειγμα, πάνω από 2.500 αεριωθούμενα από τα 3.350 που έχουν παραγγελθεί στην Boeing προορίζονται για εξαγωγή και ήδη η νέα γενιά φθηνότερων, μικρότερων και αποτελεσματικότερων τσιπς προσφέρει τεράστια ποσά κέρδους. Οι αμερικανικές εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας αυξάνουν ήδη, ιδίως στην ασιατική αγορά.

Πίσω από τους πηχυαίους τίτλους για περικοπές θέσεων εργασίας υπάρχει αυξανόμενος πλούτος γιατί, ακόμα και με την μεταφορά της κατασκευής προϊόντων υπολογιστών στην Ασία, το μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας –και άρα του πλούτου– δημιουργείται στην Αμερική. Η εξαγώγιμη αξία του iPod ήταν 150 δολλάρια το 2006, αλλά οι Κινέζοι εργάτες που το συναρμολογούν έλαβαν μόλις 4 δολλάρια. Εν τω μεταξύ, το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η παραγωγή νέων design, προγραμμάτων και τεχνικών μάρκετινγκ, έχει παραμείνει στην πλευρά του κράτους. Τα κέρδη, που κατάρρευσαν στην ύφεση, έχουν ανακάμψει και, εξ αιτίας των δραστηριοτήτων τους στο εξωτερικό, και οι επιχειρήσεις έχουν ανακτήσει περίπου το 90% αυτών που έχασαν.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν επενδύουν αρκετά στο μέλλον της Αμερικής. Το τελευταίο στοιχείο είναι ότι, αντί για την πολυπόθητη επιστροφή στις επενδύσεις, οι επιχειρήσεις διστάζουν να επενδύσουν, φοβούμενες περαιτέρω πτώση. Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς έχουν αποθησαυρίσει ίσαμε 1,5 τρισεκατ. δολλάρια. Οι 500 μεγαλύτερες μη-χρηματοπιστωτικές εταιρείες διατηρούσαν περίπου 1 τρισεκατ. δολλάρια στο δεύτερο τέταρτο του 2010 και αυτή η συσσώρευση χρήματος ολοένα και θα αυξάνεται. Άρα, οι επιχειρήσεις επενδύουν λιγότερο και αποθησαυρίζουν τα κέρδη τους. Δεν υπάρχει κανένα σημάδι ακόμα που να δείχνει ότι, με όρους καθαρής αξίας, η αμερικανική επένδυση θα είναι υψηλότερη το 2015 από ό,τι ήταν στην αρχή της ύφεσης.

Στην καρδιά του αμερικανικού ονείρου ήταν η υπόσχεση των υψηλών ποσοστών απασχόλησης και του υψηλού βιοτικού επιπέδου, τόσο για τους βιομηχανικούς εργάτες όσο και για τους υπαλλήλους. Για μισόν αιώνα, η πραγματική αξία των αμερικανικών εισοδημάτων είχε την τάση να διπλασιάζεται σε κάθε γενιά. Για 25 χρόνια μετά το 1950, η καθαρή αξία του νοικοκυριού αυξανόταν 8% ετησίως με όρους ρευστού, επιτρέποντας στην Αμερική να ηγείται όλου του πλανήτη στους τομείς της ιδιοκτησίας αυτοκινήτων, των καταναλωτικών αγαθών και της κατασκευής σπιτιών. Όμως, από το 1973 και μετά άρχισε στις ΗΠΑ η αντίστροφη μέτρηση, με αποτέλεσμα να υπάρξει εισοδηματική στασιμότητα στο επίπεδο της μεσαίας τάξης, που σήμερα αποτελεί και εμπόδιο για την ανάκαμψη. Επίσης, σε μία οικονομία της οποίας η καταναλωτική δαπάνη επί είκοσι χρόνια στηριζόταν στον δανεισμό, οι πιστωτικοί περιορισμοί αντιπροσωπεύουν πάνω από 1.000 δισεκατ. δολλάρια χαμηλότερη ανάπτυξη.

Ωστόσο, αν η κυβέρνηση Ομπάμα προχωρήσει σε μεγάλα έργα υποδομών, προσανατολίζοντας προς την κατεύθυνση αυτή την τακτική «ποσοτικής χαλάρωσης» της Fed, η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Όπως γράφει ένας εξαιρετικός συγγραφέας, ο Στήβεν Περλστάϊν της Washington Post, «με την οικονομία εξαντλημένη και τα επιτόκια στα ιστορικά χαμηλά τους, αυτή είναι η ιδανική στιγμή να δανειστούμε και να επενδύσουμε σε δημόσιες υποδομές, οι οποίες έχουν εγκαταλειφθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια … όχι μόνο σε δρόμους και γέφυρες, αλλά επίσης και σε αεροδρόμια και συστήματα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, αστικές μεταφορές, τραίνα υψηλών ταχυτήτων, σχολικές και πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις, εθνικά εργαστήρια, εθνικά πάρκα, έξυπνα ηλεκτρικά δίκτυα, ευρυζωνικά δίκτυα, εγκαταστάσεις πράσινης ενέργειας και δίκτυα πληροφοριών υγείας».

Αυτή η προσανατολισμένη προς το μέλλον προσέγγιση ορίζεται όχι ως ανεπαρκής δαπάνη που πυροδοτεί την κατανάλωση, αλλά ως επένδυση για το μέλλον με δημοσιονομική σταθερότητα, που κατακτάται με τρόπο που υποστηρίζει θέσεις εργασίας και ανάπτυξη. Όπως συμπεραίνει ο Τζο Στίγκλιτζ στο βιβλίο του Freefall (Ελεύθερη Πτώση), «οι δημόσιες επενδύσεις ή οι κοινές δημόσιες-ιδιωτικές επενδύσεις που απέδιδαν ακόμα και συγκρατημένες αποδόσεις (ας πούμε 5% με 6%), θα αύξαναν την δραστηριότητα, θα περιέκοπταν την ανεργία, θα παρήγαγαν περισσότερες φορολογικές αποδόσεις και θα σήμαιναν μικρότερο μακροχρόνια χρέος».

Φυσικά, το κρίσιμο στοιχείο της ανάκαμψης που αναζητούμε είναι η αναζωογόνηση του ιδιωτικού τομέα. Αλλά αν δεν υπάρχει σοβαρός πληθωριστικός κίνδυνος, αν οι κυβερνήσεις το βρίσκουν σχετικά εύκολο να χρηματοδοτήσουν το χρέος τους, αν δεν υπάρχει διόγκωση στην ζήτηση πίστης που ο δημόσιος τομέας μπορεί να παραγκωνίσει και αν, όπως υποστηρίζω, η κρίση στην παγκόσμια οικονομία είναι δομική και όχι απλώς κυκλική, τότε η λογική είναι ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα πρέπει να επενδύσει τώρα –όπως έχει υπονοήσει ότι επιθυμεί να κάνει ο πρόεδρος Ομπάμα– στην τεχνολογία και στην εκπαίδευση. Αυτές είναι και οι μορφές ανάπτυξης του μέλλοντος, σε συνδυασμό με την ανάδυση των ασιατικών αγορών.

*Τέως πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρεταννίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: