Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥΣ

Οι εχθροί του μνημονίου, αφ’ ενός, δεν έχουν διαβάσει ούτε μία αράδα από το σχετικό κείμενο, παραπληροφορούν και ψεύδονται ασυστόλως, αφ’ ετέρου

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Το σχετικό με το «μνημόνιο οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής» κείμενο καλύπτει 100 σελίδες και είναι μία συμφωνία που έκανε το ελληνικό κράτος, ύστερα από επίπονες διαπραγματεύσεις, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για να αποφύγει την στάση πληρωμών και άρα την χρεοκοπία.

Ειρήσθω εν παρόδω, η συμφωνία αυτή έγινε ύστερα από ελληνικό αίτημα και όχι γιατί κάποιοι άλλοι την προκάλεσαν. Όσο για τους όρους της, αποτελούν προτάσεις οικονομικής πολιτικής που έκανε η ελληνική κυβέρνηση στους εταίρους της, οι οποίοι και τις απεδέχθησαν με κάποιες προσθήκες. Η δε από μέρους της ΕΚΤ υπογραφή του μνημονίου έγινε κατά παράβασιν του κατασταστικού της, με μοναδικό κριτήριο την αποφυγή μιας ελληνικής χρεοκοπίας –η οποία θα έπληττε, βεβαίως, και την ευρωζώνη. Τα δε αίτια της ελληνικής οικονομικής κατάρρευσης είναι παντελώς άσχετα με την διεθνή οικονομική κρίση και οφείλονται αποκλειστικά στην ολέθρια οικονομική πολιτική που ακολούθησε η χώρα τα τριάντα τελευταία χρόνια.

Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει οι αντιμνημονιολόγοι να πληροφορηθούν, αν έχουν την δυνατότητα της αντιλήψεως, κάποια πράγματα.

Εν πρώτοις, θα πρέπει να τονιστεί ότι το μνημόνιο, έτσι όπως το αναγνώσαμε, είναι μία μορφή διακρατικής παρέμβασης στις διεθνείς αγορές, η οποία έχει και πρωτόγνωρο χαρακτήρα. Δηλαδή, πρώτη φορά στα διεθνή χρηματοοικονομικά χρονικά τρεις διακρατικοί φορείς στηρίζουν μία βαρύτατα άρρωστη οικονομία για να σταθεί στα πόδια της. Αν το θέλει. Διότι υπάρχουν και αυτοί που δεν το θέλουν, σε μία βαρύτατα ασθενούσα και διανοητικώς Ελλάδα.

Συνεπώς, για τους γνωρίζοντες στοιχειωδώς ψήγματα οικονομικής πολιτικής θεωρίας, ο μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας είναι προϊόν πολιτικής απόφασης για να αποτρέψει τα οδυνηρά αποτελέσματα από την λειτουργία των αγορών. Ό,τι ακριβώς είναι και το ΔΝΤ. Παρά τα όσα εγγράφονται στην αριστερή μυθολογία, το ΔΝΤ είναι μία απόπειρα πολιτικής απάντησης στην κυριαρχία των αγορών. Πιθανόν να είναι ατελής, ίσως να μην είναι πάντα αποτελεσματική και βεβαίως ποτέ δεν είναι ευχάριστη –υπό την έννοια ότι δεν λέει σε ένα κράτος «πόσα ξοδεύατε μέχρι σήμερα; Πάρτε άλλα τόσα για να είστε ευτυχισμένοι»– αλλά δεν παύει να είναι μία πολιτική απάντηση, ένας διακρατικός παρεμβατισμός στις αγορές. «Γι αυτό και πολλοί ακραίοι νεοσυντηρητικοί απεχθάνονται θεσμούς όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα. Την εποχή, μάλιστα, της παντοδυναμίας των, οι ρεπουμπλικάνοι της Ουάσινγκτον προσπάθησαν να τους υπονομεύσουν με την λογική ότι νοθεύουν τον υγιή ανταγωνισμό στις παγκόσμιες αγορές», επισημαίνει σε ανάλυσή του ο εκλεκτός συνάδελφος Πάσχος Μανδραβέλης.

Εξάλλου, τα 110 δισεκατ. ευρώ που δίνονται ως δάνειο για την χώρα, δεν αποτελούν παρά βοήθεια των φορολογουμένων της ευρωζώνης για να σταθεί στα πόδια της η Ελλάδα. Κυκλοφορεί ένας αριστεροδεξιός μύθος που θέλει το επιτόκιο 5% «τοκογλυφικό». Συγκρίνουν τα επιτόκια δανεισμού της Γερμανίας (που για τα δεκαετή ομόλογα κυμαίνονται στο 3%) και τις δύο επιπλέον μονάδες που πληρώνει το ελληνικό Δημόσιο τις βαφτίζουν «τοκογλυφία». Το ψεύδος έγκειται στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν είναι Γερμανία και οι αγορές δεν είναι διατεθειμένες να δανείσουν την Ελλάδα με γερμανικά επιτόκια.

Εάν υπάρχει κάτι με το οποίο μπορεί να συγκριθεί το επιτόκιο του μνημονίου είναι το επιτόκιο που διαμορφώθηκε στις αγορές για το ελληνικό χρέος. Τα spreads των 1.000 μονάδων βάσης σημαίνουν ότι η αγορά εκτιμά το ρίσκο αγοράς ελληνικών ομολόγων με 10 επιπλέον μονάδες επιτοκίου από τα γερμανικά ομόλογα. Αυτό σημαίνει ότι το χαμηλότερο επιτόκιο για τα ελληνικά δεκαετή ομόλογα στις αγορές θα ήταν 13% –αν, φυσικά, η Ελλάδα μπορούσε να πάει στις αγορές…

Αυτό όμως ήταν αδύνατον, ακόμα και αν η Ελλάδα ήταν πρόθυμη να δεχθεί επιτόκιο 20%! Οι διεθνείς αγορές έβλεπαν την χώρα σαν αποσταθεροποιητικό παράγοντα για την ευρωζώνη και απλώς δεν την δάνειζαν, με βάση την λογική τού όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά. Είναι έτσι ηλίου φαεινότερον ότι, χωρίς το μνημόνιο, η ελληνική οικονομία θα είχε ήδη καταρρεύσει. Αυτή η διάσταση, όμως, αποτελεί λεπτομέρεια για τους μνημονιοφάγους.

Ένα άλλο τέχνασμα συκοφάντησης του μνημονίου είναι η σύγκριση της ζωής των Ελλήνων πριν και μετά την κρίση. Αφήνεται να εννοηθεί ότι οι περιοριστικές πολιτικές που υπαγορεύονται από το μνημόνιο οδηγούν στην υπανάπτυξη και τελικά στην ύφεση. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι άλλη. Η Ελλάδα μπήκε σε αρνητικό έδαφος ανάπτυξης από τις αρχές του 2009, πριν υπάρξει η συμφωνία δανεισμού τον Μάϊο 2010. Η ύφεση στην ελληνική οικονομία ήταν αναπότρεπτη εξέλιξη από την στιγμή που αυξήθηκε το κόστος δανεισμού, ακριβώς επειδή ένα μεγάλο κομμάτι της ανάπτυξης οφειλόταν στην κατανάλωση, που έγινε εφικτή εξαιτίας του φθηνού δανεισμού.

Με άλλα λόγια: βρεθήκαμε στην ιδανική συγκυρία να δανειζόμαστε επί μία δεκαετία σαν Γερμανοί. Δεν φτιάξαμε, όμως, τις προϋποθέσεις για να παράγουμε σαν Γερμανοί. Τα φθηνά δανεικά δεν έγιναν, σε μεγάλο βαθμό, επενδύσεις που θα πολλαπλασίαζαν τον εισερχόμενο πλούτο. Έγιναν κατανάλωση με επιδοτήσεις, διόγκωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, πανεπιστημιακές σχολές που μόνον στόχο είχαν την δημιουργία τοπικής κατανάλωσης κλπ., με αποτέλεσμα η ελληνική ανάπτυξη να μην είναι βιώσιμη. Αρκούσε μία κρίση στις διεθνείς χρηματαγορές για να βρεθεί η χώρα σε αδιέξοδο. Αλλά και χωρίς την διεθνή κρίση, κάποια στιγμή το σωρευμένο χρέος θα δημιουργούσε εγχώρια κρίση. Η εξυπηρέτηση των δανείων θα γινόταν αβάστακτη.

Ουδείς όμως ήθελε να ασχοληθεί ουσιαστικά με το πρόβλημα, για να μην δυσαρεστηθούν ο εσμός των κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων και συντεχνιών και η «προοδευτική» διανόηση. Στο μεταξύ, ο εκφραστής της ελληνικής γελοιότητας, ο κ. Λάκης Λαζόπουλος, εισέπραττε 7 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο για να πτύει επιχειρηματίες και δανειστές μας.

Θα μάς πουν ορισμένοι, όπως υπαινίσσεται και ο κ. Αντώνης Σαμαράς, ότι οι επεκτατικές πολιτικές βοηθούν στην ανάπτυξη. Αυτό είναι μερικώς σωστό. Απαιτούνται κάποιες προϋποθέσεις. Ως γνωστόν, η κλασσική θεωρία του Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς θέλει το κράτος να ρίχνει λεφτά στην αγορά. Αυτά τα χρήματα γίνονται ζήτηση, η οποία με την σειρά της κινητοποιεί ανενεργές παραγωγικές δυνάμεις. Αυτό όμως προϋποθέτει, εκτός από τα λεφτά, να υπάρχουν και ανενεργές παραγωγικές δυνάμεις της οικονομίας. Προϋποθέτει επίσης και ένα εθνικό κράτος παλαιού τύπου, με πολλά εμπόδια στα σύνορα για τις εισαγωγές. Προϋποθέτει, με άλλα λόγια, ένα κράτος των αρχών της δεκαετίας τού 1990.

Ωστόσο, όπως θα δούμε και παρακάτω, ένα τέτοιο κράτος πρέπει να έχει και χαμηλή κατανάλωση. Η χώρα μας, όμως, που από χρόνια είναι μία ανοιχτή οικονομία, πέρα από το υπέρογκο δημόσιο χρέος της έχει και ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα ισοζυγίου πληρωμών. Έτσι, στα τέλη του 2008, το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αντιπροσώπευε το 14% του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) και ήταν συγκριτικά το υψηλότερο στον κόσμο. Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι η χώρα εισάγει πολλά περισσότερα από όσα εξάγει.

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, πρέπει να σημειώσουμε ότι το 1985, οτανη χώρα μας παρουσίασε έλλειμμα 8% στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, υποτίμησε το νόμισμά της κατά 15% και προχώρησε σε ένα διετές πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας, με πάγωμα μισθών και στον ιδιωτικό τομέα. Αν λοιπόν σήμερα προχωρούσαμε σε στάση πληρωμών και υιοθέτηση της δραχμής, η σχετική υποτίμηση θα έπρεπε να φθάσει αισίως το 80%. Δηλαδή, ένα λίτρο αμόλυβδης θα κόστιζε περί τις 4.500 δραχμές.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν Έλληνες που, όλως παραδόξως, νοσταλγούν την δραχμή και λυπούνται που η χώρα δεν έχει το «όπλο της υποτίμησης» για να «αποφύγει τα δεινά του σταθεροποιητικού προγράμματος». Ακόμη κι αν ξεχάσουμε ότι κάθε υποτίμηση συνοδεύεται από κάποιο σταθεροποιητικό πρόγραμμα, η υποτίμηση δεν είναι κάτι συμβολικό. Δεν είναι ένα κόλπο για να συνεχίσουμε το ίδιο επίπεδο ζωής. Ακόμα και αν δεν αλλάξει τίποτα στην αγορά, η τιμή των εισαγομένων προϊόντων αυξάνει όσο το ποσοστό της υποτίμησης. Με άλλα λόγια, οι εργαζόμενοι έχουν απώλειες εισοδήματος ανάλογες του ποσοστού των εισαγομένων που καταναλώνουν –και τώρα πια στην Ελλάδα είναι πολλά– συν τις απώλειεςπου έχουν από την αγορά εγχωρίων προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται τα εισαγόμενα (πρώτες ύλες, πετρέλαιο, κλπ.).

Συνεπώς, η κεϋνσιανή ακολουθία –α) το Δημόσιο χρηματοδοτεί τους εργαζομένους για να ανοίγουν αχρείαστες τρύπες, β) τα λεφτά γίνονται ενεργός ζήτηση και γ) η ζήτηση κινεί τα εργοστάσια– στην περίπτωση της Ελλάδας δεν δουλεύει. Τα εργοστάσια που κινούνται από την δημιουργούμενη ζήτηση βρίσκονται στο εξωτερικό και στην Ελλάδα απομένουν μόνον οι συντεχνίες, συν ένα όνειρο πλασματικής ευημερίας. Εξάλλου, αυτό κάναμε όλον αυτό τον καιρό και γεμίσαμε την χώρα με αντιπαραγωγικά έργα βιτρίνας και με άδεια πανεπιστήμια π.χ. στα Γρεβενά.

Ένας άλλος «εύκολος» τρόπος εξόδου από την κρίση που προτείνεται είναι η αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό σε απλά ελληνικά σημαίνει: «ό,τι φάγαμε, φάγαμε, τώρα να κάνουμε τον λογαριασμό που μάς βολεύει» ή, στο ακόμη πιο αριστερό «να πληρώσουν οι τράπεζες την κρίση». Δεν ξέρουμε πόσο ανήθικο είναι να εκπληρώνει κάποιος τις υποχρεώσεις του, ή πόσο αριστερό είναι το μπαταχτσιλίκι, αλλά το πρόβλημα είναι ότι το ελληνικό χρέος δεν βρίσκεται μόνον στις τράπεζες. Υπάρχουν πολλά ομόλογα στα χαρτοφυλάκια ασφαλιστικών ταμείων, αλλοδαπών και Ελλήνων εργαζομένων –ταμεία τα οποία, πιθανότατα, σε περίπτωση αναδιάρθρωσης του χρέους, θα πληγούν περισσότερο από τις τράπεζες. Οι τελευταίες φροντίζουν να ελαχιστοποιούν το ρίσκο τους, κατέχοντας ταυτόχρονα και ασφαλιστήρια κινδύνου, τα διαβόητα CDS. Έτσι, ο κίνδυνος είναι μεγάλος για τα συνταξιοδοτικά ταμεία, γεγονός που σημαίνει και υψηλό κοινωνικό κόστος. Όμως το τελευταίο επίσης αποτελεί «λεπτομέρεια» για τις «ευαίσθητες», «προοδευτικές» ψυχές.

Αλλά ας υποθέσουμε ότι βρίσκεται μία κυβέρνηση που ικανοποιεί το γινάτι των λογής-λογής αριστερών και, αναδιαρθρώνοντας το χρέος, ανοίγει μία πληγή στον καπιταλισμό (σ.σ. Σιγά το πλήγμα! Η ελληνική οικονομία είναι μόλις το 0,6% της παγκόσμιας…). Τί θα κάναμε μετά;

Κατ΄αρχήν, θα έπρεπε να κλείσουμε τις τράπεζες για ένα διάστημα, για να μην υπάρξει πανικός και αρχίσει η μαζική απόσυρση καταθέσεων. Δεύτερον, θα έπρεπε να κλείσουμε τα σύνορα για να μην υπάρξει εκροή κεφαλαίων, όχι μόνον των μεγαλοσχημόνων αλλά και των απλών ανθρώπων που έχουν μερικές χιλιάδες ευρώ στην άκρη και θα ήθελαν να τα διασφαλίσουν. Αν σκεφτούμε ότι, μόνον με την φημολογία, έφυγαν στο εξωτερικό 20 δισεκατ. ευρώ, μπορούμε να φανταστούμε την ψυχολογία των Ελλήνων σε περίπτωση αναδιάρθρωσης του χρέους. Τρίτον, η αξία των ελληνικών ομολόγων, που κατέχουν και ελληνικές τράπεζες και ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, θα κατέρρεε, με επιπτώσεις στους μισθούς και τις συντάξεις. Τέταρτον, θα έπρεπε να προχωρήσουμε σε περικοπές μισθών, συντάξεων και άλλων δαπανών του κράτους. Άλλη μία «λεπτομέρεια» για τους «προστάτες» του λαού.

Από την άλλη, όπως επισημαίνει και ο Πάσχος Μανδραβέλης στο blog του «Medium», ένα πράγμα που δεν συζητιέται καθόλου είναι οι πρωτογενείς δαπάνες του ελληνικού Δημοσίου. Αυτές είναι όλα τα έξοδα του κράτους (μισθοί, συντάξεις, επιδόματα, συντήρηση νοσοκομείων, σχολείων κλπ) πλην τόκων. Πολλοί ισχυρίζονται ότι επώδυνες περικοπές των 5,8 δισεκατ. ευρώ που προβλέπει το μνημόνιο γίνονται μόνο και μόνο για να εξυπηρετηθούν οι δανειστές μας. Η αλήθεια είναι όμως ότι το 2009 οι πρωτογενείς δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού ήταν 64,429 δισεκατ. ευρώ, ενώ τα έσοδα της ίδιας χρονιάς ήταν 55,461 δισεκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν με κάποιο επαναστατικό δίκαιο αναδιαρθρώναμε το χρέος στο μηδέν, αν δεν είχαμε να πληρώνουμε τόκους και χρεολύσια, θα έπρεπε να περικόψουμε δαπάνες 9 δισεκατ. ευρώ, έναντι 5,8 που προβλέπει το μνημόνιο –εάν τα έσοδα του Δημοσίου παρέμεναν στα περυσινά επίπεδα. Αυτό είναι όμως ζητούμενο. Άρα, υπολογίζουμε ότι και οι πιο συνεπείς στον αριστερό παραλογισμό δεν φαντάζονται ότι, ενώ εμείς θα αναδιαρθρώναμε το χρέος, οι άλλοι θα έτρεχαν να μάς δανείσουν τα επιπλέον 9 δισεκατ. που χρειαζόμαστε για την λειτουργία του κράτους.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι αυτό της δυνατότητας που προσφέρεται στην ελληνική οικονομία να βγει σταδιακά, σε μία πενταετία, από την σημερινή τραγική της κατάσταση, χάρη στις μεταβιβάσεις του μνημονίου. Αν βέβαια οι τελευταίες χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά και μεταρρυθμιστικά και αν ο παραλογισμός μετατραπεί σε λογισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: