Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

ΡΕ, ΜΗΠΩΣ ΤΕΛΙΚΑ «ΜΑΖΙ ΤΑ ΦΑΓΑΜΕ»;

Εντυπώσεις και διαπιστώσεις από μία πορεία «αγανακτισμένων» –και όποιος θέλει ας καταλάβει…


του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Τρίτη 28 Ιουνίου. Η επαγγελματική δεοντολογία μού επέβαλε να πάω στο κέντρο. Εκεί, στο Σύνταγμα.

Οι δρόμοι που οδηγούν στην Βουλή είναι όλοι κλειστοί. Το κλίμα ήρεμο, όπως πριν την θύελλα. Πηγαίνω για μια μπύρα στο Galaxy, ιστορικό μπαρ απέναντι από την Παλιά Βουλή, που κάποτε ήταν γεμάτο δημοσιογράφους. Κάποια στιγμή ακούω συνθήματα. Και λέω, κάτσε να πάω στην πορεία. Και εγώ χαμένος είμαι από το μνημόνιο, σκέφτηκα. Γιατί να μην διαμαρτυρηθώ;

Η πορεία από την Ομόνοια είχε ξεκινήσει σαν χείμαρρος και είχε παλμό. Στην πρώτη γραμμή διέκρινα τον Μάκη –όχι τον Ψωμιάδη, τον άλλον, τον συνδικαλιστή εδώ και πολλά χρόνια, αλλά δεν ξέρω πού δουλεύει και αν δούλεψε ποτέ. Πάντως, ήταν «αγανακτισμένος». Μέχρι τα μπούνια. Δίπλα του μια γνώριμή μου, η Μάρθα, που από τα 37 της χρόνια είναι συνταξιούχος γιατί είχε κλείσει 15ετία στον Ευαγγελισμό με ανήλικο τέκνο. Μαζί της η φίλη της η Στέλλα που 30 χρόνια τώρα παίρνει σύνταξη σαν άγαμη θυγατέρα.

Παραδίπλα ο Στάθης, παλιός γνώριμος, που η εθελουσία από τον ΟΤΕ τού είχε αποφέρει 120.000 ευρώ και τώρα, όπως μού είπε, ασχολείται με το ψάρεμα. Μαζί και ο συγγενής μου ο Κώστας, 46 ετών, πυροσβέστης, έχει καταθέσει εδώ και ένα μήνα τα χαρτιά του για σύνταξη (είχε προλάβει να κατοχυρώσει, λέει) και περιμένει κάποιο χοντρό εφάπαξ. Δίπλα τους ο Φώτης, δεξιός από σόϊ, κατέβαινε σε πορείες μόνον όταν ήταν το ΠΑΣΟΚ κυβέρνηση. Και από κοντά τα δυο αδέλφια, ο Στέλιος, που του είχε βάλει το κόμμα τα δυο παιδιά στο Δημόσιο, και ο Γρηγόρης, που έπαιρνε τα έργα δήμου κάπου στα νότια υπερτιμολογημένα λόγω γνωριμιών.

Πίσω, στην δεύτερη σειρά, ακολουθούσε ο Γιάννης, πατέρας εδώ και κάτι μήνες έκανε εξάσκηση του νέου νόμου περί αδείας και του πατέρα στο Δημόσιο, αγκαλιά με την γυναίκα του την Μάρω που, με τρεις γέννες, είχε να πατήσει στην δουλειά της τρία χρόνια. Και από κοντά ο Μιχάλης, εργολάβος, με συνεργείο 27 ανασφάλιστους αλλοδαπούς και τρεις Έλληνες. Στα δεξιά τους ο Λάκης, φοιτητής ετών 32, παρέα με τον Γιώργο, γιατρό, επωνομαζόμενο και «ταχυδρόμο» από τα φακελάκια. Μαζί τους ο Θόδωρος, γιατρός του ΙΚΑ, που στο ιδιωτικό του ιατρείο δεν έκοβε ποτέ αποδείξεις, με τον Κυριάκο της εφορίας, που δεν είχε δει ποτέ του παράβαση τα τελευταία 6 χρόνια (τόσο «ρολόϊ» δούλευαν όλα). Και φυσικά, δεν θα έλειπε και ο Βασίλης, λιμενικός, πρώτος ταβλαδόρος στο τελωνείο. Να κι ο Μηνάς, είχε ξεχάσει πότε έκοψε το τελευταίο του τιμολόγιο, μαζί με τον Ορέστη, επιδοτούμενο χρόνια αγρότη που δεν ήξερε πού ήταν τα κτήματά του.

Όλοι μαζί, με άλλους τόσους, σήκωναν ψηλά τα χέρια και με σφιγμένες τις γροθιές βροντοφώναζαν «κάτω τα χέρια από τα λεφτά μας».

Ο Στέφανος, αδελφικός μου φίλος, άνεργος οικοδόμος, με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια: «Ρε Θανάση, εμείς εδώ τί κάνουμε;…». Έλα ντε! Ρε, μήπως τελικά «μαζί τα φάγαμε»;

Δεν υπάρχουν σχόλια: