Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ

Υπάρχει και μία διαφορετική δημοσιογραφία, πέρα από αυτήν των τηλεδικών, του θορύβου και της παρεοκρατίας.

του Αλέξη Καζαντζίδη

Στο άκουσμα του ονόματος Ιούλιος Βερν οι περισσότεροι από εμάς ανακαλούμε στην μνήμη έναν συγγραφέα των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων. Ωστόσο, ο περιορισμός αυτός θα τον αδικούσε. Και αυτό διότι, σε πολλά βιβλία του, περίοπτη θέση δεν κατέχουν παρά η δημοσιογραφία και κυρίως οι δημοσιογράφοι. Άλλοτε παρακολουθούν τα γεγονότα και τα καταγράφουν, βοηθώντας τον αναγνώστη στην παρακολούθηση της πλοκής του έργου. Άλλοτε, παίρνουν μέρος στην περιπέτεια και αναδεικνύονται δευτερεύοντες ήρωες.

Υπάρχει όμως ένα μικρό αφήγημα του Βερν στο οποίο κεντρικός ήρωας είναι ένας δημοσιογράφος, ο Αμερικανός μεγιστάνας του τύπου Φράνσις Μπένετ. Ο τίτλος του αφηγήματος εινια «Η ημέρα ενός Αμερικανού δημοσιογράφου το 2889». Το όνομα του πρωταγωνιστή δεν έχει επιλεγεί τυχαία, μια και ο Φράνσις είναι μακρινός απόγονος του υπαρκτού ιστορικού Τζέημς Γκόρντον Μπένετ, ο οποίος ίδρυσε την πρώτη μοντέρνα εφημερίδα στην Νέα Υόρκη το 1835, την περίφημη New York Herald. Η επιτυχία του παππού πολλαπλασιάζεται στο αφήγημα του Βερν από τον μακρινό εγγονό.

Στο σημείο εκείνο όπου ο «βασιλιάς του τύπου» Φράνσις Μπένετ αρχίζει να περιδιαβαίνει τις διάφορες αίθουσες σύνταξης της εφημερίδας, η μυθοπλασία του Βερν συναντά την πραγματικότητα –αυτή, σε αδρές γραμμές, της σύγχρονής μας δημοσιογραφίας. Στο αφήγημα, το τμήμα διαφήμισης και δημοσίων σχέσεων περιγράφεται ως το πιο κερδοφόρο και επιτελικό μεταξύ όλων. Συμπτωματικά, «σήμερα οι περισσότεροι δημοσιογράφοι λειτουργούν σε τέτοιο καθεστώς οικονομικών και θεσμικών περιορισμών, που η ανεξάρτητη δημοσιογραφία συνιστά εξαίρεση στον κανόνα», έχει δηλώσει σε ανύποπτο χρόνο, εν έτει 2009, ο βραβευμένος αναλυτής της εφημερίδας Guardian, Νικ Ντέηβις.

Οι παθογένειες του δημοσιογραφικού επαγγέλματος δεν περιορίζονται εδώ. Η πλοκή του αφηγήματος εξακολουθεί να είναι προφητική. Ενδεικτικά, ενδιαφέρον παρουσιάζει η αίθουσα συνεντεύξεων, όπου δεσπόζει η παρουσία ενός ειδεχθή εγκληματία ονόματι Τσάπμαν. «Πήρατε συνέντευξη από τους ενόρκους;», ρωτά ο Φράνσις. «Ναι», απαντούν οι δημοσιογράφοι και συμπληρώνουν: «Όλοι συμφώνησαν στην ενοχή του, συνεπώς ο Τσάπμαν θα εκτελεστεί αυτόματα χωρίς να καταδικαστεί». «Τέλεια!... Τέλεια!...», απαντά ο μεγιστάνας του τύπου. Ο Ιούλιος Βερν δεν προβλέπει τίποτα άλλο από ένα διαδεδομένο πρότυπο των μέσων ενημέρωσης σήμερα: αρκετοί δημοσιογράφοι υποκαθιστούν τον ρόλο του δικαστή, προεξοφλούν την ενοχή των εμπλεκομένων προσώπων πριν επιληφθεί η Δικαιοσύνη, ενώ το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί άγνωστη φράση.

Ο επίλογος του αφηγήματος συμπληρώνει το τοπίο. Στο τέλος της ημέρας, ο Φράνσις, μόνος του, σπεύδει να κάνει ταμείο. Διακόσιες πενήντα χιλιάδες δολλάρια είναι το καθαρό κέρδος της ημέρας, πενήντα χιλιάδες δολλάρια περισσότερα από την προηγούμενη. Ο Βερν, τελικώς, συμπεραίνει: «Καλό επάγγελμα, προσοδοφόρο, το επάγγελμα του δημοσιογράφου στο τέλος του 20ου αιώνα!». Η περιγραφή αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να αντιστοιχεί στο status quo μιας επιφανούς κάστας του κλάδου το 2009. Η αγωνία αυτής της διόλου ευκαταφρόνητης τάξης ανθρώπων διαφέρει από των συναδέλφων τους: ικανοποίηση δεν αντλούν κάθε φορά που καταφέρνουν να εξημερώσουν το ανήμερο θηρίο που λέγεται πληροφόρηση και επικαιρότητα. Σε πρώτο πλάνο δεν βρίσκονται παρά η συσσώρευση κέρδους, φήμης και επικοινωνιακής ισχύος, που χρησιμοποιούνται στην σκακιέρα ατομικών, επιχειρηματικών παιχνιδιών.

Παρότι το μέλλον φαντάζει δυσοίωνο, όλοι έχουμε την βεβαιότητα ότι υπάρχει και διαφορετική δημοσιογραφία, την οποία υπηρετούν διαφορετικοί δημοσιογράφοι. Αυτοί, βέβαια, τις περισσότερες φορές μένουν σιωπηλοί. Όχι γιατί φοβούνται να μιλήσουν, αλλά γιατί δεν είναι διόλου εύκολο να βρεις τον σωστό τόνο μέσα στον θόρυβο και τις κραυγές, κυρίως όταν γνωρίζεις καλά, εξ εμπειρίας, ότι είσαι μόνος σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: