Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Οι νέες μορφές επεξεργασίας των πληροφοριών, οι τεχνολογικές αλλαγές, τα αιτήματα για πιο πλουραλιστικές κοινωνίες και η πληθώρα των πηγών πληροφόρησης δημιουργούν νέες μορφές δημοσιογραφικής εξειδίκευσης, αλλά και διαφορετικές δημοσιογραφικές αξίες από αυτές του παρελθόντος.

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Η δημοσιογραφία, έτσι όπως την γνωρίσαμε στα θρανία και στην πράξη, αλλάζει βαθειά και έχει ήδη απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές μορφές της. Κατά συνέπεια, παρατηρούνται τα ακόλουθα νέα φαινόμενα:

*Οι πηγές πληροφόρησης για το ίδιο θέμα είναι ποικίλες και σπανίως πλέον μία είδηση πηγάζει από μία μοναδική πηγή

*Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και το Διαδίκτυο επιτρέπουν ταχύτατες προσβάσεις σε αρχεία και τράπεζες δεδομένων, πράγμα αδιανόητο στο παρελθόν

*Ο δημοσιογράφος, στο μέτρο που δεν γνωρίζει καλά ένα θέμα, γελοιοποιείται και τελικώς εγκαταλείπεται από το κοινό

*Η εγκυρότητα της σύγχρονης δημοσιογραφίας έγκειται στο κατά πόσον έχει ενσωματωθεί στις κοινωνίες της γνώσης και σε ποιον βαθμό γνωρίζει τα αντικείμενα και τα θέματα τα οποία επεξεργάζεται. Έτσι, οι καιροί είναι κακοί για τους ερασιτέχνες, τους αμαθείς ή ημιμαθείς και τους αρπακολατζήδες

*Το Διαδίκτυο, στην ουσία καταργεί τα εκδοτικά προνόμια και επιτρέπει σε όποιον το επιθυμεί να γίνει εκδότης / δημοσιογράφος. Ακόμα, μέσω του Διαδικτύου, πολλοί δημοσιογράφοι έχουν την δυνατότητα διασύνδεσής τους, άρα μπορούν να δημιουργούν υψηλής εξειδίκευσης συνεταιρισμούς ειδήσεων, ρεπορτάζ, αναλύσεων, σχολίων. Σήμερα, λίγοι δημοσιογράφοι μπορούν να εκδίδουν πολυσέλιδες εφημερίδες ή μεγάλα περιοδικά

*Όλο και περισσότερο, η δημοσιογραφική τηλεργασία θα μεταβάλλει τις εργασιακές σχέσεις και θα ενισχύει τον αριθμό των αυτοαπασχολούμενων δημοσιογράφων (freelancers), οι οποίοι στην Ευρώπη των Δεκαπέντε ήδη ξεπερνούν τις 40.000

*Η ψηφιακή τηλεόραση είναι η αφετηρία μιας συγκλονιστικής επικοινωνιακής και δημοσιογραφικής επανάστασης, η οποία μόλις άρχισε

*Στο παρελθόν, οι εφημερίδες λειτουργούσαν στην βάση της δημοσίευσης λίγων ειδήσεων για πολλούς. Σήμερα, κινούνται στην λογική της κάλυψης πολλών θεμάτων για λίγους. Έτσι, επιβεβαιώνεται η τάση του περάσματος από την μεταφορά μαζικών πληροφοριών, στην επεξεργασία αμέτρητων εξειδικευμένων ειδήσεων οι οποίες προέρχονται από πολλές πηγές

*Οι αλλαγές στα μέσα μαζικής επικοινωνίας συμβαδίζουν με τεράστιες μεταβολές στο επίπεδο του κοινού –δηλαδή των αποδεκτών ειδήσεων, πληροφοριών και λοιπών δημοσιογραφικών «προϊόντων»

*Στις νέες συνθήκες, το ζητούμενο για μία εφημερίδα ή για ένα περιοδικό δεν είναι το πώς θα γεμίζει λευκές σελίδες με φθηνή δημοσιογραφική ύλη, αλλά σε ποιον βαθμό το δημοσιογραφικό υλικό είναι καλά επεξεργασμένο. Δηλαδή, παρατηρείται και στην δημοσιογραφία το ίδιο φαινόμενο το οποίο, από οικονομικής πλευράς, σημειώθηκε στην γεωργία. Ο σύγχρονος καταναλωτής, σε αντίθεση με τον παλαιό, θέλει να καταναλώνει επεξεργασμένα είδη διατροφής και όχι χύδην αγροτικά προϊόντα. Προτιμά τις όμορφες και ενημερωτικές συσκευασίες και όχι την προχειρότητα και τους φθηνούς ερασιτεχνισμούς.

Οι δημοσιογράφοι, από την πλευρά τους, αντλούν σήμερα πληροφορίες από το Διαδίκτυο, από παγκόσμια καλωδιακά δίκτυα, από εξειδικευμένες εταιρείες έρευνας αγοράς και κατηγοριακού μάρκετινγκ, από τράπεζες δεδομένων οι οποίες διαθέτουν στοιχεία 50 ετών, από ηλεκτρονικά αποκόμματα τύπου και, βεβαίως, από επίσημες κυβερνητικές και μη πηγές. Παρατηρείται, δηλαδή, υπεραφθονία δημοσιογραφικών πηγών, η οποία ανατρέπει όλες τις παραδοσιακές μορφές δημοσιογραφικής έρευνας. Προσφάτως, στις ΗΠΑ, δημοσιογράφος που θέλησε να κάνει έρευνα για τις φυλετικές διακρίσεις, δέχθηκε από ειδικευμένο γραφείο εννέα δισκέττες με 53 εκατομμύρια bites πληροφοριών. Ήταν πλέον θέμα δικό του η επεξεργασία, η ανάλυση και η παρουσίαση του υλικού αυτού στην μορφή δημοσιογραφικής έρευνας.

Περιττόν να τονιστεί ότι αυτή η δυνατότητα άντλησης πληροφοριών οδηγεί σε ένα άλλο δημοσιογραφικό φαινόμενο, αυτό της εντατικής επεξεργασίας (processing intensify). Η τελευταία, σπάνια στο παρελθόν, σήμερα αποτελεί κοινό τόπο και γι αυτό οι δημοσιογράφοι προσπαθούν να βρουν μέσα από την διαδικασία αυτή ποια προστιθέμενη αξία μπορούν να αντλήσουν.

Όμως, η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει και τις βασικές δημοσιογραφικές δεοντολογικές αρχές. Παλαιότερα, όταν οι δημοσιογράφοι ήσαν απλοί μεταφορείς ειδήσεων, προείχε η ουδέτερη στάση τους απέναντι στην είδηση. Στις σημερινές συνθήκες, η ουδετερότητα αυτή είναι αντίθετη με την εντατική επεξεργασία πληθώρας πληροφοριών, διότι ο δημοσιογράφος έχει πλέον κολοσσιαίες δυνατότητες επιλογής πηγών. Για τον λόγο αυτό, αρκετοί δημοσιογράφοι υποστηρίζουν ότι η πολυπλοκότητα των γεγονότων τα οποία συνθέτουν μία είδηση και οι τρόποι κάλυψης της επικαιρότητας, κάνουν σχεδόν αδύνατη την αντικειμενικότητα –έννοια η οποία, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί.

Ωστόσο, η άποψη αυτή αμφισβητείται από άλλους δημοσιογράφους, μεταξύ των οποίων και ο υπογράφων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η δυσκολία της επίτευξης ενός στόχου δεν σημαίνει ότι ο τελευταίος παύει να υπάρχει και άρα δεν θα πρέπει να αναζητείται για να επιτευχθεί. Κατά την άποψή μας, μπροστά στα φαινόμενα που περιγράφουμε, ο δημοσιογράφος έχει καθήκον να ψάχνει να βρει νέες αρχές, πιο εξειδικευμένης και εκλεπτυσμένης αντικειμενικότητας, που θα πειθαρχεί την επεξεργαστική διαδικασία.

Ένα χρήσιμο πρότυπο για την απαιτούμενη νέα αντικειμενικότητα θα μπορούσε να αναζητηθεί στην διαδικασία των επιστημονικών μεθόδων. Στοιχεία από τις τελευταίες μπορούν να γίνουν και χρήσιμα δημοσιογραφικά εργαλεία, αρκεί βεβαίως οι δημοσιογράφοι να θέλουν, να μπορούν και να επιδιώκουν να τα χρησιμοποιήσουν. Η επιστήμη είναι εξ’ ορισμού αντικειμενική και οι κανόνες τους οποίους χρησιμοποιεί για την ανακάλυψη και την κατανομή της αλήθειας μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για την ικανοποίηση των νέων δημοσιογραφικών αναγκών –αυτών της σοβαρής και υπεύθυνης δημοσιογραφίας.

Έτσι, στις νέες συνθήκες, η νέα δημοσιογραφία, στην καταγραφή, στην ανάλυση και στην διερεύνηση των γεγονότων θα πρέπει να εφαρμόζει, πρώτον, τις επιστημονικές αρχές της υπόθεσης-απόδειξης-επαλήθευσης (ή διάψευσης) και, δεύτερον, να αναζητεί –κατά το αριστοτελειακό πρότυπο– την άκρη. Το να σκέπτεται ή να εξετάζει κανείς το κάθε γεγονός από την αρχή και έως την άκρη και πάλι από την αρχή και πάλι έως την άκρη, αυτό θα πει προβληματισμός.

Και ο προβληματισμός είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπινου «λόγου», δηλαδή μία ειδική διάσταση του στοχασμού. Μία τέτοια επίπονη και ατελείωτη διαδικασία έχει τεράστιο ηθικό νόημα, ταυτοχρόνως, όμως, πλάθει και την αντίληψη για την πραγματικότητα που πρέπει να επεξεργαστεί ο δημοσιογράφος. Εννοείται ότι εκείνος που επιχειρεί και κατορθώνει να εκτελέσει το έργο αυτό, μπορεί σε μεγάλο βαθμό να συλλαμβάνει και να διατυπώνει αλήθειες με σημασία.

Στην νέα δημοσιογραφία, κύριο γνώρισμα αυτής της τελικής μορφής θα πρέπει να είναι η παροχή της δυνατότητας και σε τρίτους να επαληθεύσουν και αυτοί τα όσα γράφει ή λέει ο δημοσιογράφος. Πρόκειται για το φαινόμενο της διπλοτυπικής δημοσιογραφίας (replicability), η οποία, κατά την γνώμη μας, δεν αποκλείεται να συνιστά και προωθημένη μορφή δημοκρατίας.

Από αυτά που προηγούνται, το γενικότερο συμπέρασμα που προκύπτει είναι αυτό της ανάγκης να επαναθεωρηθούν πάγιες δημοσιογραφικές αρχές και, κυρίως, να επανεξετασθούν σε βάθος τα εκπαιδευτικά προγράμματα ιδιωτικών και κρατικών δημοσιογραφικών σχολών. Τέλος, καλόν θα ήταν και οι ποικίλες ενώσεις συντακτών στην χώρα μας να εμβαθύνουν στις νέες συνθήκες και τις εξελίξεις που αυτές συνεπάγονται και να επαναπροσδιορίσουν αναλόγως τις λειτουργίες, τις δράσεις και τις πρωτοβουλίες τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: