Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ

Το τοπίο των μέσων μαζικής επικοινωνίας μπήκε σε φάση πολύπλευρων ανατροπών οι οποίες μάλλον αφήνουν παντελώς αδιάφορες τις εγχώριες Ενώσεις Συντακτών, που βρίσκονται σε άλλη εποχή και σίγουρα στον περασμένο αιώνα

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου*

Η δημοσιογραφία, σε αυτά τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, είναι αιχμάλωτη ενός παράδοξου το οποίο η ίδια δημιούργησε. Στην εποχή μας, έχουμε περισσότερα νέα και περισσότερη δημοσιογραφική επιρροή όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία του ελεύθερου Τύπου, όπως αυτός αναπτύχθηκε από τον 18ο αιώνα και μετά. Ο δε αριθμός των μέσων είναι αστρονομικός! Ωστόσο, η δημοσιογραφία δέχεται σήμερα απίστευτες επιθέσεις από πολιτικούς, φιλοσόφους, καθηγητές και το ευρύ κοινό, αλλά και από τους ίδιους τους δημοσιογράφους –και το παράδοξο αυτό χρήζει ερμηνείας.

Το πρώτο σκαλοπάτι αυτού του παραδόξου, δηλαδή η άνοδος της δημοσιογραφικής επιρροής, εξηγείται σχετικώς εύκολα. Η αιτία του οφείλεται στην ανάπτυξη της πολιτιστικής, πολιτικής και οικονομικής αξίας της πληροφορίας, η οποία διευκολύνεται από τις νέες και φθηνές ηλεκτρονικές τεχνολογίες, που μεταφέρουν νέα και σχόλια με μεγάλη ταχύτητα και σε ευρεία πληθυσμιακά στρώματα. Είναι δε απολύτως κατανοητό ότι, χωρίς άφθονη και προσβάσιμη πληροφόρηση, ούτε δημοκρατία –στην οποία πιστεύουμε– μπορούμε να έχουμε, ούτε οικονομική ανάπτυξη, ούτε τις καταναλωτικές επιλογές που επιθυμούμε.

Τα νέα –που κάποτε ήταν δύσκολο και ακριβό να αποκτηθούν– σήμερα βρίσκονται στην διάθεσή μας και μάς περιβάλλουν οπς ο αέρας που αναπνέουμε. Τα βρίσκουμε παντού: είναι στα τραίνα, στα αεροπλάνα, στους ηλεκτρονικούς μας υπολογιστές, στα κινητά μας τηλέφωνα, στους δημόσιους χώρους. Είναι, δηλαδή, πανταχού παρόντα, εν αφθονία και στα σημεία της καταναλώσεως.

Όμως, με αυτή την κουλτούρα των νέων υπάρχουν προβλήματα. Επειδή είναι υπεράφθονα, δύσκολα μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα καλά από τα κακά νέα. Επίσης, το γεγονός ότι τα νέα αποκτώνται χωρίς άμεση πληρωμή ίσως σημαίνει ότι τους δίνουμε και λιγότερη αξία. Έτσι, στο μέτρο που οι νέες γενιές μεγαλώνουν συνηθισμένες στην ιδέα ότι τα νέα δεν κοστίζουν, η πραγματική και σοβαρή δημοσιογραφία, αυτή της εντατικής έρευνας και όχι του θεάματος, υπονομεύεται.

Ακόμα, όταν η πληροφορία ταξιδεύει με την σημερινή ταχύτητα, μπορεί να προκαλέσει καταστροφές πριν γίνει, με τον χρόνο, κατανοητή. Στον κόσμο της στιγμιαίας δημοσιογραφίας, η ιδιωτική ζωή υπονομεύεται και υπολήψεις καταστρέφονται απλώς με το πάτημα ενός κουμπιού. Έτσι, μπορεί τα τηλεοπτικά σκουπίδια να είναι αρεστά σε πρώτη φάση, όμως η λαϊκότητά τους πλήττει μεσοπροθέσμως σοβαρά την δημοκρατική υγεία. Παραμορφώνει δε και την δημόσια ζωή, γεγονός που κάθε άλλο παρά τιμά την δημοσιογραφία. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς ειδήσεις και σχόλια σε ορισμένα ελληνικά ΜΜΕ και, αν διαθέτει στοιχειώδη κρίση –είδος εν ανεπαρκεία, δυστυχώς–, γρήγορα θα καταλάβει πόσο πενιχρή θεωρούν κάποιοι την νοημοσύνη του. Όταν δε οι δημοσιογράφοι που «ενημερώνουν» συμβαίνει να εξυπηρετούν, ή και να υπηρετούν, συγκεκριμένα συμφέροντα, οικονομικά, πολιτικά, ιδεολογικά και άλλα, τότε προδίδεται το δημόσιο συμφέρον.

Συνεπώς, έσχατη ελπίδα για την δημοσιογραφία είναι ο γραπτός λόγος, ο μόνος που μπορεί να σώσει την τιμή της –ο οποίος, ωστόσο, βρίσκεται μπροστά σε σοβαρά προβλήματα. Κατά τον κ. Τίμοθυ Μπάλντινγκ, γενικό διευθυντή της Παγκοσμίου Ενώσεως Εφημερίδων, συνολικά στον πλανήτη μας το κοινό των εφημερίδων αυξάνεται, όχι όμως στον αναπτυγμένο κόσμο.

«Οι εφημερίδες», μάς έλεγε προσφάτως ο Τ.Μπάλντιγκ, «διευρύνουν την επιρροή τους μέσα από την εκμετάλλευση νέων διαύλων διανομής, από τις δωρεάν έως on line εφημερίδες. Επιδεικνύουν αξιοσημείωτη αντίσταση απέναντι στις επιθέσεις πολλών ανταγωνιστικών μέσων». Αισιόδοξος, φρόντισε επίσης να υπενθυμίσει ότι «150 νέες επί πληρωμή εφημερίδες κυκλοφόρησαν διεθνώς από το 2004».

Ο δυτικός τύπος όμως δεν δείχνει την ίδια ευρωστία με αυτόν των αναδυομένων χωρών. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η κυκλοφορία των επί πληρωμή εφημερίδων υποχωρεί –κατά 0,56% το 2007 και κατά 5,26% την τελευταία πενταετία. Η Βρεταννία και η Ιταλία παρουσιάζουν σταθερότητα, αλλά η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία βρίσκονται σε πτώση –κατά 2,5%, 1,6% και 0,94% αντιστοίχως. Στις ΗΠΑ, η κυκλοφορία των εφημερίδων είχε μειωθεί κατά 4,35% το 2007 και κατά 9% σε πέντε χρόνια. Ο αριθμός των τίτλων που κυκλοφορούν σε όλο τον κόσμο είναι σχεδόν σταθερός (7.700). Η ινδική Νταϊνίκ Τζαγκράν είναι η εφημερίδα με τους περισσότερους αναγνώστες παγκοσμίως (περισσότεροι από 21 εκατομύρια).

Στην Δύση, ο τύπος έχει να αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις. Η πρώτη, είναι η έλευση των εφημερίδων δωρεάν διανομής –από τις πλέον αξιοπρόσεκτες καινοτομίες των πέντε τελευταίων ετών. Οι δωρεάν εφημερίδες αντιπροσωπεύουν το 10% της συνολικής κυκλοφορίας εφημερίδων και το 21% στην Ευρώπη. Το 2006, 169 δωρεάν εφημερίδες κυκλοφόρησαν 30 εκατομμύρια φύλλα σε όλο τον κόσμο, εκ των οποίων τα 21 εκατομμύρια στην Ευρώπη. Σε ορισμένες χώρες, το βάρος τους είναι εντυπωσιακό: 51% της συνολικής αγοράς στην Ισπανία, 33% στην Πορτογαλία, 32% στην Δανία, 29% στην Ιταλία και 56% στην Ελλάδα.

Ο Πέλε Τόμπεργκ, διευθυντής σουηδικού ομίλου δωρεάν εφημερίδων, υποστηρίζει ότι οι τελευταίες κάποτε θα αντικαταστήσουν εντελώς τις επί πληρωμή, τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας –γεγονός που σημαίνει ότι κάποιο φως υπάρχει για τον τύπο του Σαββατοκύριακου. Και στο επίπεδο αυτό, οι εκδότες πρέπει να εφεύρουν τρόπους με σκοπό την προσέλκυση των νεαρών αναγνωστών. «Έχουν συνηθίσει να ενημερώνονται μέσω των δωρεάν εφημερίδων και των δωρεάν δικτυακών τόπων, γι αυτό και έχουν ονομαστεί η γενιά του δωρεάν», υπογραμμίζει ο Τ.Μπάλντιγκ.

Μία άλλη πρόκληση αποτελούν οι καινοτομίες της τεχνολογίας, οι οποίες ανατρέπουν τα δεδομένα τόσο από την άποψη του αναγνωστικού κοινού, όσο και του συντακτικού περιεχομένου. Το 2007, το κοινό των δικτυακών τόπων των εφημερίδων συνέχισε να αυξάνεται (8,71%), σημειώνοντας άνοδο 20% μέσα σε πέντε χρόνια. Ανάλογη άνοδο παρουσιάζουν και τα διαφημιστικά έσοδα από το Διαδίκτυο, τα οποία μάλιστα παρουσιάζουν την μεγαλύτερη αύξηση εδώ και μία πενταετία. «Η όρεξη των καταναλωτών για την γραπτή ή άλλης μορφής ενημέρωση δεν ήταν ποτέ τόσο ισχυρή, οι δίαυλοι όμως διανομής διαφοροποιούνται και αυτό θα απαιτήσει νέα οικονομικά μοντέλα», τονίζει ο Τίμοθυ Μπάλντιγκ.

*Επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και πρώην πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου

Δεν υπάρχουν σχόλια: