Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΦΙΛΟΔΟΞΙΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙ

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

«Η Κωνσταντινούπολη, πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2010, φιλοδοξεί να γίνει το σταυροδρόμι συναντήσεως των πολιτισμών. Ακόμα, έχει κάθε δυνατότητα να εξελιχθεί και σε κορυφαίο οικονομικό και επιχειρηματικό κέντρο της ΝΑ Ευρώπης, γι αυτό και επενδύουμε σε υποδομές προς την κατεύθυνση αυτή». Αυτά μάς είπε, σε συζήτηση που είχαμε μαζί του, ο πρόεδρος του τουρκικού Κοινοβουλίου κ. Μεχμέτ Αλί Σαχίν, υπογραμμίζοντας ταυτοχρόνως την σημασία που δίνει η Τουρκία στην έρευνα, στην ανάπτυξη, στην εκπαίδευση και στα σύγχρονα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

Μία ανταλλαγή απόψεων με Τούρκους δημοσιογράφους, εκδότες και γενικά ανθρώπους της επικοινωνίας επιβεβαιώνει την άποψη αυτή. Αξίζει δε τον κόπο να παραθέσουμε τα όσα μάς είπε ο κ. Χαγιατί Μπαϋράκ, πρόεδρος της Ενώσεως Τύπου και Εκδοτών της Τουρκίας: «Είμαστε το νεότερο έθνος στον κόσμο. Το γεγονός αυτό και μόνον αποτελεί από κάθε άποψη συγκριτικό πλεονέκτημα το οποίο δεν μπορούμε και δεν πρέπει να σπαταλήσουμε. Το ερώτημα όμως είναι τί λέμε και ποιες αξίες καλλιεργούμε σε αυτή την νεολαία. Τα πράγματα στο επίπεδο αυτό δεν είναι πάντα εύκολα. Ένα όμως είναι σίγουρο. Στην τουρκική νεολαία πρέπει να εμφυσήσουμε εμπιστοσύνη για το μέλλον, αισιοδοξία και μία πολυπολιτισμική κουλτούρα που να ανοίγει ορίζοντες με παγκόσμια εμβέλεια…».

Σύμμαχος της Τουρκίας προς αυτή την κατεύθυνση είναι η εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη που παρουσιάζει η χώρα, η οποία το 2012 θα φθάσει στο 12%, από 8% που είναι ο ρυθμός για το 2010. Το εντυπωσιακό στην τουρκική περίπτωση είναι ότι η ανάπτυξη αυτή στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τις υψηλές τεχνολογίες, αλλά και με τον τριτογενή τομέα της οικονομίας που είναι οι υπηρεσίες. Στην βάση αυτής της λογικής, η τουρκική κυβέρνηση στηρίζει τραπεζικές, τουριστικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες, δίνοντας ταυτοχρόνως ειδικό βάρος στην εκπαίδευση, στην έρευνα και στις καινοτομίες.

«Βέβαια, ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς», μάς είπε ο καθηγητής Κοινωνιολογίας κ. Ουγκούρ Τακριόβερ, «πλην όμως τα πρώτα βήματα είναι πολύ θετικά. Γι αυτό και η Τουρκία προσελκύει επιστήμονες και φοιτητές από τις γύρω τουρκόφωνες χώρες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας καλός πυρήνας παραγωγής γνώσεων με τουρκικές ρίζες».

Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα φιλοδοξεί να τονώσει τις εμπορικές και επιχειρηματικές της σχέσεις με τον αραβικό κόσμο. Έτσι, πρόσφατα πήρε μέρος στις εργασίες του Συμβουλίου Συνεργασίας των Χωρών του Κόλπου (GCC) με στόχο της, αφ’ ενός, να γίνει πλήρες μέλος στην οργάνωση αυτή και, αφ’ ετέρου, να προωθήσει την ιδέα για την δημιουργία μιας ευρύτερης ζώνης οικονομικών συναλλαγών στην περιοχή. Προς την κατεύθυνση αυτή η τουρκική πλευρά έχει σύμμαχό της την Σαουδική Αραβία, η οποία, όπως φαίνεται, επενδύει πολλά στην Τουρκία του μέλλοντος.

Μια Τουρκία στην οποία, παρά τον θρησκευτικό του χαρακτήρα, το Κόμμα της Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ) του κ. Ταγίπ Ερντογάν είναι περισσότερο προσηλωμένο στις αρχές της οικονομίας της αγοράς απ’ ό,τι οι κεμαλιστές αντίπαλοί του. Αυτός, εξάλλου, είναι ο λόγος που οι ξένες επενδύσεις συνεχώς ανεβαίνουν στην χώρα –άνοδος η οποία, ταυτοχρόνως, δίνει την δυνατότητα στην κυβέρνηση Ερντογάν να ενισχύει και την δική της οικονομική επιρροή στην τουρκική κοινωνία εις βάρος του παραδοσιακού στρατιωτικού κατεστημένου. Συγχρόνως, όμως, η επιρροή αυτή μεταφράζεται, εκ των πραγμάτων πλέον, και σε εντυπωσιακή κοινωνική κινητικότητα, η οποία προκαλεί σοβαρά ρήγματα σε παραδοσιακές τουρκικές κοινωνικές ακαμψίες. Η οικονομική άνοδος, από την μία πλευρά ανεβάζει το τουρκικό κατά κεφαλήν εισόδημα, παράλληλα όμως ενισχύει και τον σχηματισμό μιας μεσαίας τάξεως η οποία αποκτά όλο και μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.

Μέσα σε αυτή την νέα τουρκική μεσαία τάξη, το ΑΚΡ έχει ισχυρά πολιτικά και θρησκευτικά ερείσματα, πράγμα που σημαίνει ότι στην Τουρκία ουσιαστικά υπάρχουν δύο μεσαίες τάξεις. Μία στην οποία είναι έντονο το θρησκευτικό στοιχείο και μία άλλη που στηρίζεται στις «λαϊκές» κεμαλικές αρχές. Το δε ερώτημα που τίθεται για τον παρατηρητή των κοινωνικών εξελίξεων στην γείτονα είναι κατά πόσον αυτές οι δύο μεσαίες τάξεις θα μπορούσαν να συμβιώσουν. Για την ώρα και στο μέτρο που η οικονομική ανάπτυξη συνεχίζεται, η εξέλιξη είναι ομαλή. Όμως, τί θα συμβεί αν η οικονομία παύσει να παράγει εισοδήματα προς διανομή;

Μια άλλη διάσταση της τουρκικής πραγματικότητος είναι η ενεργειακή. Η γειτονική μας χώρα είναι η χερσαία γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Καυκάσου, αλλά και μεταξύ Κεντρικής Ασίας και Μέσης Ανατολής. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν στρατηγικό δίαυλο μεταφορών. Το γεγονός αυτό ενισχύει από κάθε άποψη την γεωπολιτική σημασία της γείτονος –η οποία, όπως διαπιστώσαμε ύστερα από δύο διαδοχικές επισκέψεις μας, ναι μεν θέλει να διατηρεί μέρος της ευρωπαϊκής της ταυτότητος, πλην όμως αμφιβάλλουμε αν θα θελήσει πλέον να γίνει και πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Αίσθησή μας είναι ότι, σε έναν κόσμο που αλλάζει, οι τουρκικές φιλοδοξίες πάνε πολύ πιο μακρυά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: