Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Η GOLDMAN SACHS ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ο γνωστός χρηματοοικονομικός οργανισμός, αφού βοήθησε την Ελλάδα να μπει με μακιγιαρισμένα στοιχεία στην ευρωζώνη, τώρα αναλαμβάνει να βρει λύσεις ώστε η Ελλάδα να αποφύγει μετά το 2013 την αναδιάρθρωση χρέους της –ενδεχομένως με νέα μακιγιαρισμένα στοιχεία

του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου

Ο υπογράφων ήταν και είναι υπέρ της εισόδου της χώρας μας στην ευρωζώνη. Πλην όμως, η δημοσιογραφική δεοντολογία επιβάλλει να φέρουμε στην επιφάνεια τον τρόπο με τον οποίον επετεύχθη η είσοδος αυτή και τις τεράστιες ευθύνες του πολιτικού συστήματος, το οποίο γνώριζε όλα τα κακώς κείμενα και έπραξε απολύτως τίποτα για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Καταγράφοντας παρακάτω την πραγματικότητα, εναπόκειται στους αναγνώστες μας να βγάλουν τα συμπεράσματά τους.

«Η Αντιγόνη Λουδιάδη μοιάζει με γάτα που ετοιμάζεται να επιτεθεί στο θύμα της. Λένε ότι η κυρία αυτή είναι πολύ ευφυής, λίγο υστερική και τυραννική με τους συνεργάτες της, ενώ κάνει τον συνομιλητή της να τα χάνει. Φημίζεται ότι τής αρέσει το ρίσκο και ότι ξέρει να πουλάει. Την φωνάζουν Άντι και είναι τραπεζίτισσα στην Goldman Sachs International στο Λονδίνο. Αυτή η ειδικός των σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων είναι περήφανη για την ελληνική καταγωγή της. Πτυχιούχος της Οξφόρδης, λέγεται ότι είναι μανιακή με την δουλειά, ότι καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και έχει την ατζέντα της πάντα γεμάτη. Είναι εκείνη που βοήθησε την Ελλάδα να καμουφλάρει το χρέος της. Χάρη στην ευρηματικότητά της, η χώρα μπόρεσε να μπει στην ζώνη του ευρώ το 2002, καθώς τυπικά πληρούσε τα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ αναφορικά με το χρέος. Η δημοσιονομική αναμόρφωση, της οποίας την ευθύνη είχε η Άντι, χάρισε στον εργοδότη της ένα σωρό λεφτά –προκαλώντας, παράλληλα, εννέα χρόνια αργότερα, την πιο σοβαρή κρίση στην ζώνη του ευρώ».

Με αυτή την αναφορά αρχίζει το πολύκροτο βιβλίο του Γάλλου οικονομικού δημοσιογράφου Μαρκ Ρος, ο οποίος 20 χρόνια τώρα είναι ανταποκριτής της γαλλικής Μοντ στο Σίτυ του Λονδίνου. Είναι, δηλαδή, ο άνθρωπος που βιώνει από κοντά τα παγκόσμια οικονομικά δρώμενα και τον ωκεανό χρήματος που τα περιβάλλει.

Ως γνωστόν, το 1999, ενώ το Χρηματιστήριο της Αθήνας βρίσκεται στα ύψη, αποφασίζεται η οριστικοποίηση της δημιουργίας της ευρωζώνης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να προσχωρήσει διότι, τότε, στα χαρτιά, οι όροι συμμετοχής στον μηχανισμό είναι τα πολύ αυστηρά κριτήρια που διατυπώθηκαν στην Συνθήκη του Μάαστριχτ: χρέος κάτω από το 60% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος και έλλειμμα προϋπολογισμού κάτω από το 3%. Η Ελλάδα απέχει πολύ.

Την εποχή εκείνη, οι Γάλλοι και οι Γερμανοί ιθύνοντες, καθώς ήταν αποφασισμένοι να εδραιώσουν την καλή φήμη του κοινού νομίσματος με την εισαγωγή όσο το δυνατόν περισσότερων χωρών στον μηχανισμό, προκειμένου να αποτρέψουν τους κερδοσκόπους –από τότε!– να επιτεθούν, πιέζουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να κάνει δεκτή την Ελλάδα. Το Σίτι και η Γουώλ Στρητ πρέπει να πεισθούν. Οι δύο χρηματαγορές βλέπουν, πράγματι, με κακό μάτι την έλευση ενός εν δυνάμει ανταγωνιστή, της Φρανκφούρτης, έδρας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Γοητευμένος, όπως όλοι οι Ιταλοί, από τους αγγλοσάξονες τραπεζίτες, ο πρόεδρος της Επιτροπής, ο Ρομάνο Πρόντι, αντιστέκεται στην διεύρυνση της ζώνης του ευρώ. Δεν έχει όμως σημασία! Ο Επίτροπος για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις, ο Γάλλος Υβ Τιμπό ντε Σιλγκί, ένας από τους αρχιτέκτονες της μετάβασης στο ευρώ, ανάγει το όραμα της διεύρυνσης σε προσωπική υπόθεση. Άλλωστε, όλες οι χώρες του νέου κλάμπ δεν τακτοποίησαν κάπως τα λογιστικά τους, ώστε να πληρούν τα κριτήρια του Μάαστριχτ, ελαττώνοντας τα χρέη τους; Μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια…

Η ελληνική κυβέρνηση, γράφει στο βιβλίο του ο Μαρκ Ρος (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2010), ζητά από την Goldman Sachs να την βοηθήσει να βρει τεχνάσματα, για να μπει στην ζώνη του ευρώ λίγο μετά την δημιουργία του νέου νομίσματος. Η Αθήνα θέλει κυρίως να κρύψει την έκταση των ελλειμμάτων της. Για να γίνει αυτό, οι Σοσιαλιστές, με ηγέτη τον Κώστα Σημίτη, έχουν την πρόθεση να απαλλαγούν από το βάρος των στρατιωτικών δαπανών –σημαντικών, λόγω της υποβόσκουσας διαμάχης με την Τουρκία–, ώστε αυτές να μην συμπεριλαμβάνονται στις δημόσιες δαπάνες.

Γιατί η Goldman Sachs να αρνηθεί μια τέτοια εντολή, με υψηλή αμοιβή, και να μην κάνει ένα νομότυπο φτιασίδωμα; Παρά τις συχνά απρόβλεπτες δυσκολίες που παρουσιάζουν οι σχέσεις με τον χώρο της πολιτικής, η βοήθεια προς τα κράτη βρίσκεται στο επίκεντρο των δραστηριοτήτων των επενδυτικών τραπεζών. Αν και οι ευρωπαϊκοί οίκοι έχουν την τάση να αφήνουν αυτού του είδους τις συναλλαγές για τα γραφεία των ειδικών λογιστών, οι αμερικανοί συνάδελφοί τους παρέχουν συχνά και με κάθε νομιμότητα αυτού του τύπου τις υπηρεσίες. Και άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσέφυγαν στην τεχνογνωσία των μεγάλων χρηματοοικονομικών οργανισμών για να «βελτιστοποιήσουν» την εικόνα των εθνικών τους λογαριασμών. Η Ιταλία έκανε ακριβώς το ίδιο με την αμερικανική τράπεζα JP Morgan.

Για την Goldman Sachs, η Ελλάδα γίνεται ξαφνικά μάννα εξ ουρανού. Πώς να μην δουν ότι μία μικρή χώρα με αδύναμη τραπεζική υποδομή, στοιχειώδεις στατιστικές των δημοσιονομικών και με ανθούσα παραοικονομία, που καθιστά προβληματική την είσπραξη φόρων και δασμών, αποτελεί κελεπούρι; Ένας οικονομικός κολοσσός έχει ακόμα πιο πρόσφορο έδαφος, καθώς στην Ελλάδα το Χρηματιστήριο δεν διαθέτει αποτρεπτικούς κανόνες, το κράτος θολώνει το οικονομικό παιχνίδι και οι δαιδαλώδεις συμφωνίες μετόχων είναι ο κανόνας. Η αυτοκρατορία Goldman ενδιαφέρεται ειδικότερα για την Ελλάδα για έναν επιπλέον λόγο: την φύση του χρέους της. Πρόκειται για σύνθετα ομόλογα, αποτιμημένα με ασαφή κριτήρια και απροσδιόριστη δυνατότητα προεξόφλησης, τα οποία είναι πρόσφορα για κερδοσκοπία. Με λίγα λόγια, το ακριβώς αντίθετο του γαλλικού χρέους, για παράδειγμα –το οποίο είναι απλό, προβλέψιμο, εύκολα ρευστοποιήσιμο, στηριγμένο σε ένα πολύ ακριβές χρονοδιάγραμμα.

Στον αγώνα δρόμου για το ευρώ και μπροστά στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού χρέους, ένας τρίτος παράγοντας κινεί το ενδιαφέρον της Άντι Λουδιάδη: η αποδιοργάνωση της Eurostat, η οποία έχει αναλάβει να εναρμονίσει τις στατιστικές των χωρών μελών προκειμένου να συλλάβει τα μεγέθη σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Πρόκειται για δείκτες-κλειδιά στην επεξεργασία της παρακολούθησης του προϋπολογισμού και της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όμως, εγκλωβισμένο στην αναταραχή ενός εσωτερικού οικονομικού σκανδάλου, το τμήμα στατιστικών, την περίοδο της ελληνικής υπόθεσης, έχει κυριολεκτικά παραλύσει. Χωρίς να πουν τίποτε, οι ιθύνοντες δέχονται de facto τους λογαριασμούς που τους παρουσιάζει η τότε ελληνική κυβέρνηση.

Το 2004, ο Μισέλ Βάντεν Αμπέλε, ο νέος γενικός διευθυντής, επιφορτισμένος με την αναδιοργάνωση της Eurostat, αρνείται να πιστοποιήσει τους λογαριασμούς της χώρας. Ο λόγος; Η μη ορθή λογιστικοποίηση ορισμένων στρατιωτικών δαπανών, κυρίως για την αγορά αμερικανικών αεροπλάνων, και η ασαφής λογιστική απεικόνιση της κοινοτικής βοήθειας. Οι αντιδράσεις των Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών; Ανύπαρκτες. Κουκουλώνουν την υπόθεση, νομίζοντας ότι θα ξεχαστεί. Όσο για την Άντι Λουδιάδη, πήρε προαγωγή σε εταίρο-διαχειρίστρια το 2000. Το συμβόλαιο με την Αθήνα θα τής δώσει την δυνατότητα να κλείσει τα στόματα των ζηλόφθονων, για τους οποίους η προαγωγή της οφειλόταν στην πολιτική «θετικής διάκρισης» που ήρθε από τις ΗΠΑ και η οποία ευνοεί το λεγόμενο ασθενές φύλο. Τα ζητήματα της ηθικής και της δεοντολογίας είναι παντελώς ξένα σε αυτή την γυναίκα της δράσης, η οποία αρπάζει κάθε ευκαιρία για να δείξει πόσο αρπακτικό είναι.

Αυτά γράφει ο Γάλλος δημοσιογράφος στο αποκαλυπτικό βιβλίο του, για να επισημάνει στην συνέχεια πώς λειτούργησε ο κερδοσκοπικός μηχανισμός κάλυψης κινδύνου. Το παραπάνω σύστημα ονομάζεται Credit Default Swaps (CDS) και, αν εφαρμοστεί σωστά, αποφέρει τεράστια κέρδη. Η λειτουργία των CDS είναι σχετικά απλή –τουλάχιστον για όσους γνωρίζουν τα διάφορα τερτίπια της χρηματοοικονομικής. Πρόκειται για συμβόλαια ασφάλισης πάνω σε ένα χρέος, για το οποίο δίνεται η εγγύηση στον πιστωτή ότι θα αποζημιωθεί ακόμα και αν ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να το αποπληρώσει. Προσφέρουν έτσι στους επενδυτές την δυνατότητα να περιορίσουν τους κινδύνους που συνδέονται με ομόλογα, είτε αυτά έχουν εκδοθεί από κράτη είτε από επιχειρήσεις. Άλλο ένα πλεονέκτημα: η αγορά αυτού του χρηματοοικονομικού εργαλείου είναι αδιαφανής κοινή συναινέσει. Οι συναλλαγές γίνονται μακρυά από τα αδιάκριτα βλέμματα και μακριά από τις χρηματιστηριακές αγορές και τους περιοριστικούς κανόνες τους, χωρίς διαμεσολαβητή και χωρίς εξακρίβωση των ενεργειών και των φορέων τους.

Στην περίπτωση των ελληνικών ομολόγων, ο μηχανισμός αυτός έδωσε την δυνατότητα να προστατευθεί το χρέος από τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις κατά την μετατροπή του σε ευρώ, καθώς αρχικά είχε εκδοθεί σε δολλάρια. Η συναλλαγματική ισοτιμία που επιλέχθηκε ήταν πολύ ευνοϊκή για την Goldman Sachs. Εξάλλου, το ποσό που καλύφθηκε από τα CDS ξεπερνά εκείνο του ελληνικού δημόσιου χρέους! Πώς, όμως; Αλλάζοντας την προθεσμία εξόφλησης της απαίτησης, επισημαίνει ο Μαρκ Ρος, η Ελλάδα δεσμεύεται να πληρώσει στην τράπεζα μεγάλα ποσά έως το 2019 και με επαχθείς όρους, γεγονός που οξύνει ακόμη περισσότερο τις οικονομικές της δυσκολίες. Κατά το πνεύμα της τραπεζίτισσας, αυτοί οι σχεδόν τοκογλυφικού χαρακτήρα όροι δεν έχουν τίποτα το σοκαριστικό. Η Goldman Sachs δεν είναι η Μητέρα Τερέζα. Ο πελάτης που πήγε παρακαλετά δεν είναι σε θέση ισχύος. Η Άντι ορμά στο λαχείο που έχει μπροστά της. Έτσι ακριβώς, χωρίς υπερβολή…

Το σχέδιό της περνά πολύ άνετα από την επιτροπή νέων συναλλαγών της Goldman Sachs International από μια γρήγορη εξέταση. «Ο φάκελος ήταν στημένος με επιδεξιότητα. Πέσαμε όλοι με τα μούτρα. Ήταν μεγάλο το κέρδος και προχωρήσαμε γρήγορα μια δουλειά που πολλοί άλλοι την είχαν απορρίψει. Σε καμμία περίπτωση δεν θα αφήναμε την ευκαιρία», θυμάται κάποιος που συμμετείχε στην σύσκεψη έγκρισης και άφησε την τράπεζα λίγο αργότερα.

Η διαφορά μεταξύ των αγορών που γίνονται για να «υπάρχει κάλυψη» –τα περίφημα CDS– και εκείνων με καθαρά κερδοσκοπικό σκοπό είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστεί. Αλλά, τί σημασία έχει, αφού στην ελληνική υπόθεση όλος ο κόσμος βγαίνει κερδισμένος; Το κόλπο δίνει την δυνατότητα στην Αθήνα να εξαφανίσει προσωρινά τα δισεκατομμύρια ευρώ του χρέους ως δια μαγείας. Από την πλευρά της, η Goldman επωφελείται από τα μεγάλα περιθώρια κέρδους και βλέπει την φήμη της ως καλού διαχειριστή δημόσιου χρέους να απογειώνεται. Μακροπρόθεσμα, όμως, οι τόκοι που θα δίνει το ελληνικό κράτος αποκαλύπτονται βαρύτεροι από εκείνους ενός απλού τραπεζικού δανείου. Θα κουβαλά το βάρος αυτής της υπογραφής για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με κλονισμένη την αξιοπιστία της, η Ελλάδα μοιάζει σήμερα με λαθραίο επιβάτη της νομισματικής ένωσης.

Για το γεγονός αυτό, τεράστιες είναι οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος της χώρας, το οποίο, αν τελικά έβαλε την Goldman Sachs στο παιχνίδι του ελληνικού δημόσιου χρέους, το έκανε για να μπορεί να διατηρεί την πέρα για πέρα διεφθαρμένη πελατειακή μορφή του. Και αυτό το γράφουμε γιατί, αν θεωρήσουμε ότι η τότε κυβέρνηση Κ. Σημίτη καλώς έκανε ό,τι έκανε για να μπει η χώρα στην ευρωζώνη, έπρεπε αμέσως να προχωρήσει σε βαθειές μεταρρυθμίσεις που θα προσάρμοζαν την στρεβλή ελληνική οικονομία στις απαιτήσεις του ενιαίου νομίσματος. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Ούτε η Νέα Δημοκρατία έκανε κάτι προς την κατεύθυνση αυτή. Ακόμα χειρότερα, ο τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφης ναι μεν κατήγγειλε τις παραλήψεις της Eurostat, όμως στην συνέχεια βυθίστηκε και ο ίδιος στο βαθύ φαυλοκρατικό πολιτικό σύστημα –και την συνέχεια βιώνουμε όλοι σήμερα.

Όσο για την Goldman Sachs, είναι και πάλι παρούσα στα ελληνικά πράγματα, αυτή την φορά μέσω των κ.κ. Τζωρτζ Σόρος και Νουριέλ Ρουμπίνι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: