Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

ΠΟΥ ΟΔΕΥΕΙ Η ΝΕΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ;

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Η 3η Μαΐου είναι η ημέρα της ελευθερίας του Τύπου. Είναι –ή θα έπρεπε να είναι– για κάθε δημοσιογράφο και μία ημέρα καταγραφής πράξεων, εξελίξεων, προοπτικών. Κυρίως, όμως, θα πρέπει να είναι και ημέρα αναρωτήσεων και προβληματισμού: Τί είναι τελικά η ελευθερία του Τύπου; Από πού αρχίζει και πού τελειώνει;

Ωστόσο, πέρα από αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα, υπάρχει και ένα άλλο που από καιρό τώρα απασχολεί τον γράφοντα. Πού πάει η δημοσιογραφία, αφ’ ενός, και τί είναι αυτοί που την υπηρετούν, αφ’ ετέρου. Για παράδειγμα, κάποιες τηλεοπτικές «καλλονές» που σαλιαρίζουν είναι, όπως ισχυρίζονται, δημοσιογράφοι στο ίδιο επίπεδο με τον πολεμικό ανταποκριτή που παίζει την ζωή του κορώνα-γράμματα; Κάποιοι γελωτοποιοί που χλευάζουν και κατασυκοφαντούν είναι συνάδελφοι με τον ρεπόρτερ που κάθε ώρα βρίσκεται σε εγρήγορση για λίγα ευρώ; Κάποιοι εισαγγελείς που αποφαίνονται επί παντός του επιστητού είναι εξίσου δημοσιογράφοι με τον συνάδελφο που ξεσκονίζει την είδηση, μορφώνεται και συνεχώς ψάχνει να βρει την άκρη;

Στα ερωτήματα αυτά δεν θέλουμε να δώσουμε απαντήσεις. Πλην όμως, καταθέτουμε κάποιες σκέψεις γύρω από την σημερινή δημοσιογραφία και το αύριο της. Διότι το επάγγελμα που ξεκίνησε πριν 300 χρόνια και πλέον από τον Θεόφραστο Ρενοντώ στο Παρίσι, όντως βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Υπό την πίεση κολοσσιαίων τεχνολογικών εξελίξεων, τα πάντα σχεδόν ανατρέπονται και αλλάζουν στον χώρο των μέσων μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ). Έτσι, μεγαλώνει συνεχώς και το χάσμα που χωρίζει την ηλεκτρονική δημοσιογραφία από την αντίστοιχη που ισχύει σε εφημερίδες και περιοδικά.

Όπως σημειώνουν κορυφαίοι θεωρητικοί αναλυτές των ΜΜΕ, ο τυπωμένος λόγος ευνοεί την σκέψη πριν την δράση ενώ, αντιθέτως, τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ωθούν προς την δράση πριν από την σκέψη. Και αυτή η διαφορά τα καθιστά επικίνδυνα για την ελευθερία και, κατ’ επέκτασιν, για την δημοκρατία. «Στην εποχή της τυπογραφίας», γράφει ο Νιλ Πόστμαν, «είχαμε σοβαρή πολιτική. Οι άνθρωποι διάβαζαν βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, μπροσούρες, φυλλάδια. Είχαν να κάνουν με ιδέες και εναλλακτικές δυνατότητες ζωής. Σήμερα, στο πολιτισμό της εικόνας, έχεις στην τηλεόραση απομίμηση δημόσιας συζήτησης».

Εξάλλου, όπως μάς έλεγε πριν λίγο καιρό στο Στρασβούργο ο Γάλλος πρώην πρωθυπουργός Μισέλ Ροκάρ, «αυτό είναι τρομακτικό. Με μοναδικό στόχο τον εντυπωσιασμό, τα ΜΜΕ στην ουσία παραμερίζουν την πληροφορία. Ικανοποιούνται με την αναπαραγωγή αντιδράσεων χωρίς να τις εντάσσουν και να τις αντιπαραθέτουν στην πραγματικότητα. Παρατηρείται έτσι ένα ρήγμα μεταξύ της πραγματικότητος της κοινωνίας, των πολιτικών δεδομένων και των υπεραπλουστεύσεων που παράγουν τα μέσα». Από την πλευρά του, ο Βρεταννός καθηγητής δημοσιογραφίας Ίαν Χαιργκρήβς τονίζει: «Υπάρχουν συγκεκριμένες περιπτώσεις που τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ καταδιώκουν την ευφυΐα. Και από την άποψη αυτή, μεγάλη είναι η ευθύνη των δημοσιογράφων. Στον πολιτικό τομέα ενθαρρύνουν την απλοποίηση και την καρικατούρα, παίζουν με τον εντυπωσιασμό και την ανεκδοτολογία, εξαχρειώνουν τον δημόσιο διάλογο και αναισθητοποιούν την κοινωνία των πολιτών. Από πολιτιστικής δε πλευράς, προκρίνουν το βασίλειο της ασημαντότητας και σε τελική ανάλυση καταργούν το άνοιγμα στον κόσμο…».

Το κατηγορητήριο είναι βαρύ και σίγουρα οδυνηρό για τους δημοσιογράφους που θέλουν να ξεφύγουν από αυτή την μέγγενη της μετατροπής της δημοσιογραφίας σε ευτελές θέαμα. Υπάρχει όμως –είτε αυτό μάς αρέσει είτε όχι– η αμείλικτη πραγματικότητα. Εδώ και πολλά χρόνια, τα ΜΜΕ στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη έπαψαν να αποτελούν ρομαντική και ερασιτεχνική ενασχόληση για ρομαντικούς επαναστάτες ιδεολόγους και ασυμβίβαστους. Συνιστούν πλέον μία πραγματική «πολιτιστική βιομηχανία», η οποία υπακούει στους ίδιους κανόνες που ισχύουν και σε κάθε άλλον οικονομικό κλάδο μιας χώρας. Βεβαίως, τα «δημοσιογραφικά προϊόντα» χαίρουν, έως κάποιον βαθμό, ιδιαίτερης μεταχείρισης, διότι θεωρείται ακόμη ότι οι δημοσιογράφοι ασκούν ένα «κοινωνικό λειτούργημα», άρα τα «προϊόντα» που παράγουν –δηλαδή οι ειδήσεις, τα ρεπορτάζ, κλπ– δεν είναι ακριβώς ίδια με τα αντίστοιχα που κυκλοφορούν στον εμπορευματικό τομέα της οικονομίας.

Ακόμα, πολλοί είναι αυτοί που κάνουν λόγο για την «εξουσία των μέσων», μία έννοια η οποία, κατά την γνώμη μας, είναι πολλαπλώς διφορούμενη. Διότι, ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της εξουσίας; Ποιους αφορά; Αναφέρεται στο σύνολο της κοινωνίας ή σε τμήματά της; Από ποιους παράγοντες εξαρτάται αυτή η εξουσία; Πρόκειται για λέξεις, για εικόνες, για σκίτσα, για φωτογραφίες ή για λόγια; Προκειμένου δε να ασκηθεί, πού στηρίζεται η εξουσία αυτή; Έχει στήριγμά της τον γραπτό λόγο ή τα οπτικοακουστικά μέσα;

Για να απαντήσει κανείς στα παραπάνω ερωτήματα θα πρέπει να ενδιαφερθεί για το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσονται. Επίσης, είναι αναγκαία η μελέτη της παραγωγής του περιεχομένου και της αποδοχής των δημοσιογραφικών μηνυμάτων. Τέλος, στον βαθμό που το τοπίο των μέσων αλλάζει, σκόπιμον είναι να θέσουμε και ένα άλλο ερώτημα: αυτό της επιρροής των ΜΜΕ στην σημερινή αντιπροσωπευτική δημοκρατία και της συμμετοχής τους στην μεταμόρφωσή της για το καλύτερο ή για το χειρότερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: