Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΝΑΒΙΟΜΗΧΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Στις σημερινές συνθήκες επαναπροσδιορισμού του νέου καταμερισμού της εργασίας, οι αναπτυγμένες χώρες θα πρέπει να ενισχύσου στο εσωτερικό τους τις μεταποιητικές δραστηριότητες

του Νικολά Μπαβερέζ*

Πέρα από τις άμεσες οικονομικές επιπτώσεις, το κλείσιμο ορισμένων δυτικών επιχειρήσεων έχει και συμβολική διάσταση. Το 2008, η χρεοκοπία της Λήμαν Μπράδερς υπήρξε η θρυαλλίδα που αποκάλυψε και ταυτοχρόνως επιτάχυνε την οικονομική κρίση. Το 2009, το έστω και προσωρινό κλείσιμο της αυτοκινητοβιομηχανίας Τζένεραλ Μότορς (GM), που επί 77 χρόνια ήταν η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία, ανέδειξε την βιαιότητα της ύφεσης, την απαρχαίωση του κλάδου και την παρακμή της βιομηχανίας των αναπτυγμένων κρατών.

Μολαταύτα, η GM δεν αποτελούσε εξαίρεση. Οι δεκαπέντε μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες του κόσμου εμφάνισαν το 2008 απώλειες ύψους 41 δισεκατ. δολλαρίων (29,3 δισεκατ. ευρώ), ενώ η παγκόσμια αγορά αυτοκινήτου μειώθηκε κατά 20%, με πωλήσεις που έφθασαν το 2009 στα 55 εκατομμύρια αυτοκίνητα, έναντι 68 εκατομμυρίων το 2007. Όλα αυτά έπληξαν καίρια την απασχόληση –μόνον στις ΗΠΑ χάθηκαν 1,3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Η κατάσταση αυτή συνέβαλε στο να γίνει κατανοητό ό,τι πρόβλημα υπήρχε στην πραγματική οικονομία.

Διότι, αν η «φούσκα» που οδήγησε στην κρίση ήταν πρωτίστως χρηματοοικονομική, η ύφεση έγινε τελικά βιομηχανική. Αν ο αποπληθωρισμός πηγάζει από τον υπερδανεισμό, οι επιπτώσεις του πλήττουν κατά προτεραιότητα την βιομηχανία: η βιομηχανική παραγωγή και οι επενδύσεις στον δευτερογενή τομέα μειώθηκαν αντίστοιχα στην Δύση κατά 15% και 30% μέσα σε έναν χρόνο. Η σπάνις των πόρων οδηγεί σε αντίστοιχη μείωση (κατά 3%-4%) το ποσοστό της εργατικής δύναμης που απασχολείται στην βιομηχανία, φαινόμενο δυσάρεστο σήμερα.

Έτσι, οι βιομηχανικοί όμιλοι του Βορρά έχουν ξεκινήσει μία κούρσα ταχύτητας προκειμένου να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους και να μειώσουν τις δαπάνες τους, για να ξεφύγουν από την μέγγενη της κατάρρευσης της ζήτησης και του «στεγνώματος» της ρευστότητας. Ταυτοχρόνως, οι νέοι «γίγαντες» του Νότου (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Νότιος Αφρική) σταθεροποιούν την κυριαρχία τους –στους πέντε μεγαλύτερους βιομηχανικούς ομίλους του πλανήτη, οι τρεις είναι πλέον κινέζικοι– και καλύπτουν το κενό που αφήνουν οι αναπτυγμένες χώρες: αναλαμβάνουν τον έλεγχο στρατηγικών τομέων, αποκτούν τεχνογνωσία, εξασφαλίζουν πρόσβαση σε σπάνιες πρώτες ύλες.

Δεν χωράει έτσι καμμία αμφιβολία ότι η οικονομική κρίση μάς υπενθυμίζει γιατί η βιομηχανία παραμένει ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη των καινοτομιών, την άνοδο της παραγωγικότητας (κλειδί της ανάπτυξης), την ανταγωνιστικότητα και το ισοζύγιο των διεθνών συναλλαγών, έστω και αν το ειδικό της βάρος στο εθνικό εισόδημα και στην απασχόληση βαίνει μειούμενο.

Με την εξαίρεση της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, που αποκατάστησαν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας τους ήδη από την δεκαετία τού 1990 (γεγονός που τις θέτει σε ιδανική θέση για να επωφεληθούν πλήρως από την ενδεχόμενη ανάκαμψη), η αναβιομηχάνιση επιβάλλεται ως προτεραιότητα για το σύνολο του αναπτυγμένου κόσμου: α)Αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης, η οποία είναι απαραίτητη αν θέλουμε να γλυτώσουμε από τον πληθωρισμό. Λειτουργεί ως κινητήρας προσαρμογής του παραγωγικού τομέα στην καινοτομία και την αειφορία, β) Είναι αποφασιστικής σημασίας για την αποκατάσταση των ανισορροπιών που ναρκοθετούν τις διεθνείς συναλλαγές.

Κοντολογίς, η επούλωση των πληγών της κρίσης και η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας του αναπτυγμένου κόσμου εξαρτώνται εν πολλοίς από την πορεία του βιομηχανικού του τομέα. Δεν είναι ανόητες οι ΗΠΑ που κινητοποιούνται προκειμένου να αναστηλώσουν την βιομηχανία τους…

Είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχθούμε ότι η αναβιομηχάνιση των πλουσίων κοινωνιών παρουσιάζει πολυάριθμα εμπόδια, όπως είναι το αυξημένο κόστος της εργασίας, ο κυκεώνας κανονισμών και ρυθμίσεων, η αυξημένη φορολογία, η πληθώρα περιβαλλοντικών κανονισμών, η εχθρότητα του πληθυσμού προς την εγκατάσταση «ριψοκίνδυνων» βιομηχανικών εγκαταστάσεων, η μεταφορά της ζήτησης προς τον νότο. Αλλά και Γερμανία και η Ιαπωνία αποδεικνύουν ότι εξακολουθεί να είναι δυνατό για τις βιομηχανικές χώρες να οικοδομήσουν μία ισχυρή και ανταγωνιστική βιομηχανική βάση.

Εξ ού και η αναγκαιότητα μιας νέας πολιτικής βιομηχανικής ανάπτυξης για τον αναπτυγμένο κόσμο, που θα λαμβάνει υπ’ όψιν της την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού. Ο πειρασμός του προστατευτισμού θα πρέπει να αποκρουσθεί αποτελεσματικά, καθώς ο προστατευτισμός θα διεύρυνε τον αποπληθωρισμό και θα απέκοβε την βιομηχανία από τις πιο δυναμικές αγορές. Τούτου λεχθέντος, είναι απαραίτητο να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις για την σταθεροποίηση του διεθνούς συστήματος νομισματικών ισοτιμιών, του μεγάλου απόντος των συνόδων του G20, ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος των υποτιμήσεων-«ενέσεων» στην ανταγωνιστικότητα και να συνδεθεί η απελευθέρωση των συναλλαγών με μία διεθνή συμφωνία για το κλίμα, τον Δεκέμβριο στην Κοπεγχάγη.

Η παρέμβαση των δημοσίων αρχών είναι απαραίτητη, αλλά πρέπει να είναι στοχευμένη. Χρειάζεται να επικεντρωθεί στην μακροπρόθεσμη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και όχι σε σπάταλες επιδοτήσεις, σε απαρχαιωμένες ή υπερτιμημένες δραστηριότητες. Το κράτος χρειάζεται να δίνει προτεραιότητα στην κατάρτιση, στην καινοτομία, στην έρευνα, στην αξιοποίηση των αποταμιεύσεων για παραγωγικές επενδύσεις, στην διοχέτευση των ταλέντων στον μη χρηματοοικονομικό τομέα, στην ανασυγκρότηση των εθνικών οικονομιών εντός της παγκοσμιοποίησης, στην αποδοχή των όρων για αειφόρο ανάπτυξη.

Η αναγέννηση της βιομηχανίας δεν σημαίνει επιστροφή στον κρατικό παρεμβατισμό, αλλά κινητοποίηση όλων των κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων υπέρ νέων μορφών παραγωγής και κατανάλωσης. Και από την άποψη αυτή, η Ευρώπη πρέπει γρήγορα και αποτελεσματικά να ανταποκριθεί σε μία σοβαρότατη πρόκληση.

* Ιστορικός, δημοσιογράφος και οικονομολόγος, αρθρογράφος στο περιοδικό Le Point

Δεν υπάρχουν σχόλια: