Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

ΑΝΤΙΟ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΥΣ


"Έφυγε" σε ηλικία 56 ετών ο συνιδρυτής και πρώην διευθύνων σύμβουλος της Apple Στιβ Τζομπς, έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο και άλλα προβλήματα υγείας. Ο θάνατός του ανακοινώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης (6 Οκτωβρίου 2011), ώρα Ελλάδος, από την Apple. Ο Τζομπς, εμβληματική προσωπικότητα της Silicon Valley, είχε συνιδρύσει την εταιρία το 1976 και υπήρξε ο εμπνευστής των υπολογιστών Macintosh, του iPod, του iphone και του iPad.

Ας θυμηθούμε τί έλεγε, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Manager" τον περασμένο Ιούλιο.
 
“Δεν μού αρέσουν καθόλου οι περιαυτολογίες, αλλά ούτε και θέλω να δίνω συμβουλές. Πιστεύω όμως ότι, από την περιγραφή μιας εμπειρίας, κάποιος μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματα που πρέπει. Και το δικό μου, για την ώρα είναι δεδομένο: Στην ζωή, όποιος ψάχνει, πάντα βρίσκει. Τελικά δε, ελπίδα μας είμαστε εμείς οι ίδιοι. Κοινότοπα όλα αυτά; Ίσως. Είναι όμως η πραγματικότητα. Γι αυτό και θα αναφέρω σε τούτο το σημείωμά μου τρεις ιστορίες. Πριν τις αναφέρω, όμως, δηλώνω αμέσως πως δεν πήρα ποτέ πανεπιστημιακό πτυχίο. Όχι γιατί δεν το ήθελα…


Ας δούμε όμως την πρώτη από τις τρεις ιστορίες. Αυτήν που μιλάει για διαδρομές. Διαδρομές στην διάρκεια των οποίων πέρασα από το Κολλέγιο Reed, το οποίο όμως εγκατέλειψα στο πρώτο μου εξάμηνο. Ωστόσο, τριγυρνούσα στους χώρους του Κολλεγίου για 18 περίπου μήνες πριν τα παρατήσω για τα καλά. Γιατί τα παράτησα, όμως; Μεγάλη ιστορία, η οποία ξεκίνησε πριν γεννηθώ.

Η πραγματική μου μητέρα ήταν μία νεαρή, ανύπαντρη, απόφοιτος Κολλεγίου, που αποφάσισε να με δώσει για υιοθεσία. Η μεγαλύτερη επιθυμία της ήταν να με υιοθετήσει ένα ζευγάρι πανεπιστημιακής μόρφωσης και κανόνισε τα πάντα έτσι ώστε μόλις γεννηθώ να με υιοθετήσει ένας δικηγόρος και η σύζυγός του. Το πρόβλημα ήταν πως μόλις ξεπρόβαλα, εκείνοι αποφάσισαν ότι προτιμούσαν κορίτσι. Έτσι, δεν με πήραν. Μια μέρα όμως, μετέπειτα, οι γονείς μου –που ήταν καταγεγραμμένοι σε ένα είδος «λίστας αναμονής»– δέχθηκαν ένα βραδυνό τηλεφώνημα: «Υπάρχει ένα αγοράκι, το θέλετε;». «Φυσικά», απάντησαν.

Όμως, η βιολογική μου μητέρα ανακάλυψε πως η θετή μου μητέρα δεν είχε πάει ποτέ σε Κολλέγιο, ενώ ο θετός μου πατέρας δεν είχε καν αποφοιτήσει από το Λύκειο. Αρνήθηκε έτσι να υπογράψει τα χαρτιά της υιοθεσίας. Υποχώρησε μόνον μετά από κάμποσους μήνες, όταν οι γονείς μου τής υποσχέθηκαν πως κάποια μέρα θα πήγαινα στο Κολλέγιο. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, έτσι κι έγινε. Αλλά επέλεξα, αφελώς, ένα Κολλέγιο πανάκριβο, σχεδόν σαν το Στάνφορντ, πράγμα που σήμαινε πως σχεδόν όλες οι οικονομίες των σκληρά εργαζόμενων γονιών μου θα πήγαιναν στα δίδακτρα. Μέσα σε έξι μήνες δεν έβλεπα καμμιά χρησιμότητα σε αυτό. Δεν είχα ιδέα τί ήθελα να κάνω στην ζωή μου και το Κολλέγιο δεν μού έδινε κανέναν μπούσουλα για να το βρω. Επιπλέον, ξόδευα τις οικονομίες μιας ζωής των γονιών μου.

Αποφάσισα λοιπόν να τα παρατήσω, ελπίζοντας ότι όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Εκείνη την εποχή ήμου στ’ αλήθεια φοβισμένος, αλλά τώρα ξέρω πως αυτή ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα ποτέ μου. Από την στιγμή που εγκατέλειψα τις σπουδές μου, έπαψα να γράφομαι σε ένα σωρό προαπαιτούμενα μαθήματα που δεν με ενδιέφεραν και παρακολουθούσα ως ελεύθερος ακροατής μόνον εκείνα που μού άρεσαν. Δεν ήταν, βέβαια, όλα υπέροχα: δεν δικαιούμην δωμάτιο στην εστία και έτσι κοιμόμουν «στρωματσάδα» σε δωμάτια φίλων μου• για να φάω, μάζευα άδεια μπουκάλια κόκα-κόλα για 5 σεντς το ένα και, για να έχω τουλάχιστον ένα αξιοπρεπές γεύμα την εβδομάδα, χρειαζόταν να περπατάω κάθε Κυριακή βράδυ 7 χλμ μέχρι τον ναό των Χάρε Κρίσνα.

Αλλά περνούσα καλά. Κι ένα σωρό απ’ όσα γνώρισα ακολουθώντας την διαίσθησή μου και προσπαθώντας να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, αποδείχτηκαν ανεκτίμητα στο μέλλον.

Αξίζει τον κόπο να δώσω ένα παράδειγμα. Εκείνη την εποχή, το Κολλέγιο Reed που αναφέρω στην αρχή, είχε ένα από τα καλύτερα μαθήματα καλλιγραφίας στην Αμερική. Έτσι, μέσα στο φοιτητικό campus έβλεπε κανείς θαυμάσια καλλίγραφα πόστερ, πινακίδες και διάφορα σχέδια που εντυπωσίαζαν. Καθώς είχα εγκαταλείψει τις σπουδές μου και δεν ήμουν υποχρεωμένος να παρακολουθήσω κάποιο μάθημα, αποφάσισα να πάω να παρακολουθήσω καλλιγραφία για να δω πώς κατάφερναν αυτά τα θαύματα. Έμαθα έτσι για τις γραμματοσειρές «σέριφ» και «σανς σέριφ», για τις αποστάσεις μεταξύ γραμμάτων, ανάλογα με τα γράμματα –ό,τι κάνει υπέροχη την τυπογραφία. Ήταν ένα θαυμάσιο μάθημα, γεμάτο ιστορία, καλλιτεχνία και καλαισθησία, που πραγματικά με συνεπήρε. Ούτε μού περνούσε από το μυαλό πως όλα τούτα θα μού χρησίμευσαν κάποια μέρα στην ζωή μου.

Και όμως. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν σχεδιάζαμε τον πρώτο υπολογιστή «Μάκιντος», ξαναθυμήθηκα εκείνο το μάθημα. Και χρησιμοποιήσαμε στο Μακ όλα όσα είχα μάθει. Εκείνος ήταν ο πρώτος υπολογιστής που διέθετε καλλιγραφία. Αν δεν είχα παρακολουθήσει εκείνο το συγκεκριμένο μάθημα, οι Μάκιντος δεν θα είχαν ποτέ πολλές γραμματοσειρές ή μεγέθη γραμμάτων. Και αφού το μόνο που έκαναν τα Γουΐντοους ήταν να αντιγράψουν το Μακ, μάλλον αυτά δεν θα υπήρχαν σε κανέναν υπολογιστή. Κι αν δεν τα είχα παρατήσει, δεν θα είχα παρακολουθήσει ποτέ μου εκείνο το μάθημα καλλιγραφίας και οι υπολογιστές δεν θα πρόσφεραν τις δυνατότητες καλλιγραφίας που προσφέρουν σήμερα.

Φυσικά, ήταν αδύνατο να τα προβλέψω όλα αυτά όταν ήμουν στο Κολλέγιο. Όμως, δέκα χρόνια αργότερα, ήταν όλα πολύ-πολύ ξεκάθαρα. Θέλω να πω, ποτέ δεν γίνεται να προβλέψεις την πορεία σου. Για να την εκτιμήσεις, θα πρέπει να την κοιτάξεις προς τα πίσω. Χρειάζεται λοιπόν να εμπιστευτείτε πως όλα τα βήματά σας με κάποιον τρόπο σάς οδηγούν στο μέλλον σας. Πρέπει να εμπιστευτείτε κάτι, ή κάποιον: το ένστικτό σας, την μοίρα, το κάρμα, την ζωή –δεν έχει σημασία. Αυτή η άποψη ποτέ δεν με απογοήτευσε και καθόρισε την ζωή μου.

Η δεύτερη ιστορία μου μιλάει για αγάπη και απώλειες. Σπεύδω όμως να υπογραμμίσω ότι, ψάχνοντας, βρήκα νωρίς τί μού άρεσε στην ζωή μου. Επρόκειτο για τον θαυμαστό κόσμο της πληροφορικής. Ένας κόσμος που τότε είχε ανάγκη από κάτι άλλο. Έτσι, στα είκοσι χρόνια μου, μαζί με τον φίλο και συνεταίρο μου τότε τον Βόζνιακ, ξεκινήσαμε την Apple στο γκαράζ των γονιών μου. Πρωτοτυπήσαμε, και σε μία αγορά αυτό μπορεί να αποδειχθεί επωφελέστατο. Πάντως, με τον Βόζνιακ δουλέψαμε σκληρά και δέκα χρόνια αργότερα η Apple είχε φύγει από το γκαράζ. Ήταν μία εταιρεία που άξιζε πάνω από 2 δισεκατ. δολλάρια και έδινε δουλειά σε 4.000 εργαζόμενους. Στο μεταξύ, έναν χρόνο πριν κλείσω τα 30 χρόνια μου, είχαμε ρίξει στην αγορά την πιο ωραία μας δημιουργία, τον Μάκιντος.

Με αυτή την επιτυχία στο ενεργητικό μου …απολύθηκα από την εταιρεία που είχα συνιδρύσει. Πώς συνέβη αυτό; Να, καθώς η Apple προχωρούσε και μεγάλωνε, σκέφτηκα να προσλάβω κάποιον ταλαντούχο μάνατζερ για να διοικούμε μαζί την εταιρεία. Και πράγματι, για κανα χρόνο όλα πήγαιναν πρίμα. Μετά, όμως, οι απόψεις μας για το μέλλον άρχισαν να διαφοροποιούνται και στο τέλος τσακωθήκαμε. Όταν έγινε αυτό, το διοικητικό συμβούλιο πήγε με το μέρος του. Έτσι, λοιπόν, στα 30 μου βρέθηκα έξω από την εταιρεία, και μάλιστα με πολύ άσχημο τρόπο. Και με τα φώτα της δημοσιότητας επάνω μου.

Ο σκοπός ολόκληρης σχεδόν της ενήλικης ζωής μου είχε πια χαθεί και αυτό ήταν επώδυνο. Για αρκετούς μήνες δεν είχα ιδέα τί να κάνω. Δεν ήμουν δε σε καθόλου καλή κατάσταση. Αισθανόμουν πως είχα απογοητεύσει τους συνεργάτες μου, πως η σκυτάλη μού είχε γλιστρήσει από τα χέρια μόλις μού την παρέδωσαν. Αυτό το συναίσθημα με έπνιγε. Συναντήθηκα με τον Ντέηβιντ Πάκαρντ και τον Μπομπ Νόϊς προσπαθώντας να απολογηθώ για το πώς τα είχα καταστρέψει όλα με τέτοιον τρόπο. Ήμουν μια πασίγνωστη αποτυχία και μού πέρασε από το μυαλό να εγκαταλείψω την «κοιλάδα».

Σιγά-σιγά, όμως, μια αίσθηση γεννήθηκε μέσα μου: εξακολουθούσα να αγαπάω την δουλειά μου. Ό,τι κι αν είχε συμβεί στην Apple, αυτό δεν είχε πειραχτεί ούτε κατ’ ελάχιστο. Με είχαν απορρίψει, ήμουν όμως ακόμα ερωτευμένος. Αυτό που έκανα ήταν η ζωή μου. Δεν μπορούσα λοιπον να τα παρατήσω όλα. Έτσι, αποφάσισε να ξαναρχίσω από την αρχή.

Τόετε δεν το καταλάβαινα, αλλά η απόλυσή μου από την Apple ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μού είχε συμβεί. Η βαρύτητα της επιτυχίας αντικαταστάθηκε από την ελαφρότητα να είμαι ξανά αρχάριος, αβέβαιος για τα πάντα. Απελευθερώθηκα και μπήκα σε μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου. Την επόμενη πενταετία ξεκίνησα μια εταιρεία που λεγόταν «Νεξτ», άλλη που την έλεγαν «Πίξαρ» και ερωτεύτηκα μια υπέροχη γυναίκα που έγινε σύζυγός μου. Με την «Πίξαρ», που είναι σήμερα μία από τις πιο επιτυχημένες εταιρείες κινηματογραφικής παραγωγής του κόσμου, δημιουργήσαμε την πρώτη ταινία ψηφιακής κίνησης στην ιστορία του κινηματογράφου, το Toy Story.

Τα γεγονότα πήραν απροσδόκητη τροπή όταν η Apple αγόρασε την «Νεξτ» και ξαναβρέθηκα σε αυτήν, η δε τεχνολογία που είχαμε αναπτύξει στην «Νεξτ» βρέθηκε στην καρδιά της αναγέννησης της Apple. Και με την Λόρεν, την σύζυγό μου, δημιουργήσαμε μια θαυμάσια οικογένεια. Είμαι βέβαιος πως τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε γίνει αν δεν είχα απολυθεί από την Apple. Ίσως ποτέ να μην είχα φθάσει στο icloud.

Η γεύση του φαρμάκου ήταν απαίσια, πιστεύω όμως πως το χρειαζόμουν. Υπάρχουν φορές που η ζωή σε χτυπάει κατακέφαλα. Μην χάνετε την πίστη σας. Είμαι πεπεισμένος ότι το μόνο που μού έδωσε δύναμη να συνεχίσω ήταν πως αγαπούσε αυτό που έκανα. Πρέπει να βρεις τί και ποιος σού αρέσει. Αυτό είναι αλήθεια στην δουλειά και στον έρωτα. Ένα μεγάλο τμήμα της ζωής σας θα αφιερωθεί στην εργασία σας και ο μόνος τρόπος για να είστε ικανοποιημένοι είναι να θεωρείτε πως κάνετε υπέροχη δουλειά. Και ο μόνος τρόπος να κάνετε υπέροχη δουλειά είναι να αγαπάτε ό,τι που κάνετε. Αν δεν το έχετε βρει ακόμα, συνεχίστε να ψάχνετε. Μην βολεύεστε. Όπως συμβαίνει και στον αισθηματικό τομέα, όταν έρθει θα το καταλάβετε. Και όπως σε κάθε σπουδαία σχέση, θα γίνεται καλύτερο όσο περνάει ο χρόνος. Συνεχίστε λοιπόν να ψάχνετε μέχρι να το βρείτε. Μην τα παρατάτε.

Η τρίτη ιστορία μου αφορά τον θάνατο. Γράφεται και αυτή, αλλά την ώρα που γράφω τις γραμμές αυτές δεν έχει ακόμα τελειώσει...”

Δεν υπάρχουν σχόλια: