Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Η Ελλάδα, το Ευρώ και ο Τρίτος Δρόμος για την Ευρώπη

Οι περισσότεροι ειδήμονες υποστηρίζουν ότι η ευρωζώνη έχει μόνο δύο επιλογές: να διαλύσει ή να δημιουργήσει μια δημοσιονομική ένωση ώστε να ταιριάζει με τη νομισματική ένωση που ήδη υπάρχει. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια τρίτη, και καλύτερη, πορεία: να υιοθετήσει αυστηρότερη πειθαρχία της αγοράς, να διασώσει τις χώρες που δεν έχουν ρευστότητα, και να αφήσει εκτός εγγυήσεων εκείνες που θα χρεοκοπήσουν. Το αποτέλεσμα θα είναι μια ομάδα εύρωστων οικονομιών και μια Ευρώπη αρκετά ισχυρή για να παίξει ένα μεγάλο ρόλο στην παγκόσμια σκηνή.


του Hugo Dixon*

Οι συμβατικές απόψεις συντείνουν στο ότι η ευρωζώνη δεν μπορεί να έχει μια νομισματική ένωση χωρίς να έχει και μια δημοσιονομική ένωση. Οι euro-λάτρεις αντιμετωπίζουν το ενιαίο νόμισμα ως το πρώτο εφαλτήριο προς μια ευρύτερη οικονομική ένωση, η οποία είναι το όνειρό τους. Οι ευρωσκεπτικιστές, επίσης, αλλά βλέπουν το φινάλε της υπόθεσης αυτής ως κόλαση - και θα προτιμούσαν να διαλυθεί το ενιαίο νόμισμα . Το κρίση του ευρώ έχει, για πολλούς παρατηρητές, αξιολογήσει αυτές τις απόψεις. Και τα δύο στρατόπεδα υποστηρίζουν ότι οι μονόπλευρες προσπάθειες των χωρών της ευρωζώνης, να χτίσουν μια νομισματική ένωση χωρίς δημοσιονομική εναρμόνιση εξηγούν το γιατί η Ένωση έχει μετατραπεί σε ένα τέτοιο χάος. Πολλοί από τους λάτρεις του ευρώ λένε ότι ο δρόμος προς τα εμπρός για τις 17 χώρες της ευρωζώνης είναι να εκδώσουν ευρωομόλογα, για τα οποία θα εγγυηθεί όλες οι χώρες - μέλη (μία από τις πολλές παραλλαγές στο θέμα της δημοσιονομικής ένωσης). Ως και η γερμανική κυβέρνηση, η οποία είναι απρόθυμη να διασώσει οικονομίες ασθενέστερες από τη δική της, πιστεύει ότι κάποιο είδος συγκέντρωσης των προϋπολογισμών μπορεί να χρειαστεί όταν τα σημερινά προβλήματα του χρέους επιλυθούν.

Η δημοσιονομική ένωση δεν θα πραγματοποιηθεί σύντομα, και σίγουρα όχι τόσο σύντομα ώστε να επιλύσει την τρέχουσα κρίση. Αυτό θα απαιτήσει μια νέα συνθήκη, και κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ομοφωνία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί γρήγορα δεδομένης της έντονης αντίδρασης από τους πολιτικούς και των πολιτών στις υγιείς οικονομίες της ευρωζώνης (με επικεφαλής τη Φινλανδία, τη Γερμανία και την Ολλανδία) για επανειλημμένες διασώσεις των ασθενέστερων εταίρων τους (Ελλάδα, Ιρλανδία , Ιταλία, Πορτογαλία, και Ισπανία). Επιπλέον, όταν η κρίση έχει λυθεί, ο ενθουσιασμός για μια δημοσιονομική ένωση μπορεί να μειωθεί. Ακόμα κι αν η Γερμανία εξακολουθεί να είναι προετοιμασμένη για να αναλάβει κάποια συνολικά δημοσιονομικά καθήκοντα, θα επιμείνει στην επιβολή αυστηρής πειθαρχίας στο τι οι άλλες χώρες μπορούν να δαπανούν και να δανείζονται. Οι πιο αδύναμες χώρες, εν τω μεταξύ, μπορεί να μην επιθυμούν να υποκύψουν σε έναν τέτοιο Τευτονικό ζουρλομανδύα εφόσον ο άμεσος φόβος της χρεοκοπίας θα έχει περάσει.

Αλλά υπάρχουν περισσότεροι από τους δύο τρόπους για την πρόοδο: δημοσιονομική ένωση ή διάλυση του ευρώ. Υπάρχει και μια τρίτη και προτιμότερη επιλογή: ένα είδος πειθαρχίας της αγοράς σε συνδυασμό με σκληρή αλληλεγγύη. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης, τα επιμέρους κράτη θα αναλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερο την ευθύνη για τη δική τους οικονομία, αλλά θα συμμορφώνονται επίσης με την ελεύθερη αγορά πιο δυναμικά. Οι κυβερνήσεις που δανείστηκαν πάρα πολλά χρήματα θα έπρεπε να είναι ελεύθερες να χρεοκοπήσουν. Περιορισμένες διασώσεις για τις κυβερνήσεις και τις τράπεζες με μικρότερο πρόβλημα θα μπορούσαν επίσης να προβλέπονται, αλλά με αντάλλαγμα οικονομικές μεταρρυθμίσεις και σφίξιμο του ζωναριού. Το αποτέλεσμα θα ήταν πιο εύρωστες οικονομίες και μια Ευρώπη που έχει τη δύναμη να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο στην παγκόσμια σκηνή.

Καθώς αυτό το άρθρο πήγαινε προς δημοσίευση, η κρίση της ευρωζώνης ήταν σε ιδιαίτερα οξεία φάση. Οι αγορές ήταν σε μια κατάσταση μεγάλου άγχους, το πιο πρόσφατο πακέτο διάσωσης της Ελλάδας ήταν προβληματικό και ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης παρέπαιε στα πρόθυρα της ύφεσης. Η Ισπανία βρισκόταν στο μέσο προεκλογικής εκστρατείας, και η κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην Ιταλία έχανε τη νομιμοποίησή της. Παρ 'όλα αυτά, εν μέσω της αναταραχής, υπήρχαν ενδείξεις ότι η ευρωζώνη ίσως είναι προχωρήσει, έστω αδέξια, προς κάτι σαν την λύση μιας «πειθαρχίας-στην αγορά-συν-σκληρή-αλληλεγγύη» για την αντιμετώπιση της άμεσης κρίσης. Θα πρέπει επίσης να υιοθετηθεί αυτή η λύση και ως ένα μακροπρόθεσμο μοντέλο.

ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ

Θεωρητικά, ένα κοινό νόμισμα έχει πολλά πλεονεκτήματα για την κοινή αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία περιλαμβάνει επίσης χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, που αποφάσισε να μείνει εκτός ευρωζώνης. Όταν οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να ανησυχούν για την διακύμανση των νομισμάτων, μπορούν πιο εύκολα να κάνουν επιχειρήσεις πέραν των συνόρων, να κάνουν μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε οποιοδήποτε σημείο της αγοράς, και να χτίσουν διεθνείς επιχειρήσεις. Η δυνατότητα για αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας και η ευκαιρία να ανταγωνιστούν σε μια ολόκληρη ήπειρο είναι αξιόλογες ανταμοιβές.

Αλλά υπάρχει επίσης ένα μεγάλο μειονέκτημα: μεμονωμένες χώρες χάνουν την ικανότητα να προσαρμόζουν τη νομισματική πολιτική τους στις ιδιαίτερες ανάγκες τους με τον καθορισμό των δικών τους επιτοκίων. Αντ 'αυτού, τα επιτόκια τα καθορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το οποίο είναι ένα πρόβλημα, καθώς διαφορετικές οικονομίες κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες. Για παράδειγμα, τα χαμηλά επιτόκια σε όλη την ευρωζώνη κατά την περίοδο μέχρι το 2007 ενίσχυσαν την φούσκα στην αγορά κατοικίας της Ισπανίας.

Το εάν τα πλεονεκτήματα της ύπαρξης ενός κοινού νομίσματος υπερκαλύπτουν το κόστος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τρεις παράγοντες: την ομοιότητα μεταξύ των οικονομιών που καλύπτεται από την κοινή νομισματική πολιτική, την ευελιξία τους, καθώς και την ύπαρξη ενός μεγάλου κεντρικού προϋπολογισμού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά πόρων από τις ακμάζουσες περιοχές σε άλλες που αγωνίζονται να επιβιώσουν. Οικονομίες με παρόμοιες δομές και κύκλους το βρίσκουν πιο εύκολο να ζήσουν με μια απλή, κοινή νομισματική πολιτική. Ακόμη και οι οικονομίες που είναι διαφορετικές μπορούν να αντιμετωπίσουν με ενιαίο νόμισμα εφ 'όσον είναι προσαρμόσιμες - ειδικότερα, εφ' όσον οι επιχειρήσεις τους μπορούν εύκολα να προσλαμβάνουν και να απολύουν προσωπικό και οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να διασχίζουν τα σύνορα προς αναζήτηση εργασίας.

Η ευρωζώνη δεν τα καταφέρνει καλά από οποιοδήποτε από τους παράγοντες αυτούς, ειδικά σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι οικονομίες της Ευρώπης παρουσιάζουν διαφορές, οι αγορές εργασίας της μαστίζονται από περίτεχνους περιορισμούς, και η Ευρώπη έχει μόνο ένα μικρό κεντρικό προϋπολογισμό, με τον οποίο μπορεί να βοηθήσει τις προβληματικές περιοχές. Αυτός είναι ο λόγος που ευρω-λάτρεις και ευρωσκεπτικιστές - από τον Ζακ Ντελόρ, πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ένας από τους κύριους αρχιτέκτονες του ενιαίου νομίσματος, ως τον Boris Johnson, τον δήμαρχο του Λονδίνου - υποστηρίζουν από κοινού ότι μια δημοσιονομική ένωση είναι αναγκαία για λιπάνει τους τροχούς της νομισματικής ένωσης.

ΜΕΤΑΓΓΙΣΗ ΧΡΕΟΥΣ

Αλλά υπάρχει ένας άλλος τρόπος να επιζήσει κανείς μέσα στα όρια μιας νομισματικής πολιτικής: με την ενίσχυση των ασθενέστερων μελών της Ευρώπης, ιδίως με το να γίνουν οι οικονομίες τους πιο ευέλικτες. Πριν τη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος το 1999, οι κυβερνήσεις δεν είχαν ένα κίνητρο για να προχωρήσουν στις δύσκολες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται . Κάθε φορά που οι αντίστοιχοι με την Ελλάδα ή την Ιταλία βρέθηκαν σε μη ανταγωνιστική θέση, οι κυβερνήσεις τους υποτίμησαν τα νομίσματά τους. Μετά τη νομισματική ένωση, οι ασθενείς οικονομίες της ευρωζώνης βρήκαν άλλη οδό διαφυγής: δανείστηκαν χρήματα. Τούτο επέτρεψε στις συγκεκριμένες κυβερνήσεις τη χρηματοδότηση υψηλών δαπανών, χωρίς αντίστοιχη αύξηση φόρων. Αλλά καθώς οι οικονομίες αυτές έγιναν πιο αδύναμες, η ανταγωνιστικότητά τους υπέφερε.

Πολλά κράτη επίσης συσσώρευσαν βουνά χρέους, σπέρνοντας τους σπόρους της τρέχουσας κρίσης. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία ξεκίνησε τη διαδικασία διαμόρφωσης της νομισματικής ένωσης, οι κυβερνήσεις υποτίθεται ότι δεν έχουν το δικαίωμα να δημιουργούν χρέη πάνω από 60% του ΑΕΠ, αλλά ακόμα και μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης έχουν υπερβεί αυτό το όριο κατά πολύ. Μετά την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας στις αρχές αυτού του αιώνα, δήθεν ενάρετα κράτη, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, άρχισαν να περιφρονούν τους κανόνες που είχαν στόχο να περιορίσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Δεν υπήρχε τότε καμία πιθανότητα να πειθαρχήσουν τους άλλους. Πέρυσι, ο δείκτης του χρέους προς ΑΕΠ της Γαλλίας και της Γερμανίας ξεπέρασε το 80%. Της Ιταλίας έφτασε το 119% και της Ελλάδας το 143%.

Το χρέος αυξήθηκε, όχι μόνο επειδή οι κυβερνήσεις παραβίαζαν τους κανόνες. Αυξήθηκε και επειδή οι κυβερνήσεις δεν κατάφεραν να πείσου ντους επενδυτές, ιδίως τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες, να δανείσουν τα χρήματά τους. Ξεκινώντας από τις αρχές του 2010, οι επενδυτές σταμάτησαν τελικά να χρηματοδοτούν την Ελλάδα. Μετά, σταμάτησαν τη χρηματοδότηση της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. Αλλά αυτή η «απεργία» στην αγορά ομολόγων έκανε ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να εμφανιστεί. Η αποτυχία της αγοράς να επιβάλει πειθαρχία στις κυβερνήσεις νωρίτερα, ήταν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα των προσπαθειών των ίδιων των κυβερνήσεων. Πήραν θάρρος από τη διαδεδομένη άποψη ότι τα ευρωπαϊκά έθνη δεν θα μπορούσαν να αποτύχουν, να πτωχεύσουν. Αυτό ενισχύθηκε από τον τρόπο που οι τράπεζες ήταν (και είναι ακόμα) οργανωμένες. Οι λεγόμενοι «κανόνες της Βασιλείας», δηλαδή οι συστάσεις σχετικά με τραπεζικούς κανονισμούς που επινοήθηκαν από κεντρικούς τραπεζίτες των χωρών του G-20 αλλά και άλλων, λένε ότι τα κρατικά ομόλογα είναι περιουσιακά στοιχεία ελεύθερα κινδύνου και έτσι οι τράπεζες δεν χρειάζεται να κατέχουν αντίστοιχο κεφάλαιο όταν επενδύουν σε αυτά. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι τράπεζες συσσώρευσαν ομόλογα, με συνέπεια το πρόβλημα των εθνικών χρεών να τις μολύνει, επίσης. Επιπλέον, τόσο πριν όσο και μετά την χρεοκοπία Lehman Brothers το Σεπτέμβριο του 2008, οι κεντρικές τράπεζες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού πλημμύρισαν τον κόσμο με φθηνό χρήμα, στρεβλώνοντας τις αγορές χρήματος και καθιστώντας εύκολο για τις κυβερνήσεις να τακτοποιήσουν το χρέος τους. Ήταν το σκόπιμο σπάσιμο των κανόνων από τις κυβερνήσεις και η νόθευση της αγοράς προς όφελος των κρατικών ομολόγων, και όχι η έλλειψη μιας δημοσιονομικής ένωσης, που οδήγησαν στην τρέχουσα κρίση.

ΕΥΡΩ-ΔΕΣΜΑ

Αυτή η κατάσταση, ωστόσο, δεν σταμάτησε τις αδύναμες οικονομίες της Ευρώπης από να ζητούν μια δημοσιονομική ένωση. Ακριβώς το αντίθετο: εξακολουθούν να ψάχνουν για ακόμη ένα τρόπο ώστε να συνεχίσουν να ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους. Ο ΓιώργοςΠαπανδρέου, ο Έλληνας πρωθυπουργός, και ο GiulioTremonti, ο Ιταλός Υπουργός Οικονομικών, θέλουν οι χώρες τους να είναι σε θέση να εκδώσουν ευρωομόλογα. Μπορεί κανείς να δει γιατί: τα ευρωομόλογα θα προστατέψουν τα αδύναμα κράτη από την πειθαρχία της αγοράς, δίνοντας σήμα στους επενδυτές ότι η Γερμανία και άλλες ισχυρές χώρες θα πληρώσουν τελικά το λογαριασμό αν η Ελλάδα ή η Ιταλία δεν μπορέσουν να το κάνουν. Αλλά, από τη σκοπιά των ισχυρών χωρών, με το να επιτρέψουν την έκδοση ευρωομολόγων θα δώσουν στις αδύναμες οικονομίες την άδεια να είναι σπάταλες, εκτός αν αυτό γίνει με έναν εξαιρετικά ελεγχόμενο τρόπο. Επιπλέον, η ανάγκη να αναλάβουν το συνολικό χρέος της ευρωζώνης θα μπορούσε να γονατίσει και τις ισχυρές χώρες.

Κάποια υποθετικά πιο εύπεπτες εκδοχές αυτής της ιδέας έχουν ήδη πέσει στο τραπέζι. Ένα έγγραφο που δημοσιεύθηκε πέρυσι από το Bruegel, μια δεξαμενή σκέψης που εδρεύει στις Βρυξέλλες, προτείνει τον περιορισμό των ευρωομολόγων στο 60% του ΑΕΠ κάθε χώρας. Το πρόβλημα είναι ότι οι αδύναμες χώρες ήδη έχουν χρέος πολύ πάνω από το επίπεδο αυτό, γεγονός που θέτει το ερώτημα πώς θα χρηματοδοτήσουν τον εαυτό τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Τζορτζ Σόρος και άλλοι γκουρού της αγοράς υποστήριξαν ένα πολύ υψηλότερο ποσοστό.

Η Γερμανία, ο βασικός ταμίας της ευρωζώνης, ήταν πρόθυμη να εγκρίνει την ιδέα μιας δημοσιονομικής ένωσης, αλλά μόνο μετά από μια μακρά διαδικασία ενσωμάτωσης, όταν η κρίση θα έχει ήδη επιλυθεί. Επίσης, επιμένει για ισχυρούς νέους κανόνες που θα περιορίζουν το ποσό των χρημάτων που μεμονωμένες χώρες θα μπορούν να δανειστούν και την επιβολή κυρώσεων σε εκείνους που παραβιάζουν τους κανόνες αυτούς. Εν τω μεταξύ, ο ολλανδός πρωθυπουργός Mark Rutte, πρότεινε τη δημιουργία θέσης του «τσάρου» για τον προϋπολογισμό στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο οποίος θα αστυνομεύει τις χώρες για την τήρηση των κανόνων. Αν οι χώρες συνεχίζουν να παραβιάζουν τους κανόνες, ο τσάρος θα έχςι το δικαίωμα να τους πει πώς να διαχειριστούν τις οικονομίες τους, για παράδειγμα, λέγοντάς τους να αυξήσουν τους φόρους. Αν δεν κάνουν αυτό που θα τους ειπωθεί, θα πρέπει να εγκαταλείψουν το κοινό νόμισμα.

Αλλά όλα αυτά τοποθετούνται μακριά στο μέλλον - αν όχι στο ποτέ. Μέχρι στιγμής, η διαχείριση της τρέχουσας κρίσης χαρακτηρίζεται από κατά περίπτωση διασώσεις. Σε αντάλλαγμα για δάνεια με χαμηλό επιτόκιο από διάφορα ευρωπαϊκά Ταμεία και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι αδύναμες χώρες έπρεπε να μεταρρυθμίσουν τις οικονομίες τους και να περικόψουν τον δανεισμό τους. Αυτές οι διασώσεις όντως εμπεριέχουν οικονομική ενίσχυση από δημοσιονομικά ισχυρές χώρες προς τις αδύναμες, αλλά όχι τόσο όσο θα συνέβαινε σε μια πλήρη δημοσιονομική ένωση.

Καθώς οι συνθήκες στην αγορά έχουν επιδεινωθεί και περισσότερες χώρες έχουν απορροφηθεί στη δίνη της οικονομικής κατάρρευσης, υπήρξαν πολλές διαφορετικές εκδόσεις αυτών των διασώσεων. Οι 17 χώρες της ευρωζώνης δυσκολεύονται να συμφωνήσουν για το τι πρέπει να κάνουν, γεγονός που οδηγεί σε διακυμάνσεις στη χάραξη πολιτικής, κάτι το οποίο έχει υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και δημιούργησε περιττές οικονομικές δυσκολίες.

Παρόλα τα προβλήματά της, ωστόσο, η μέχρι τώρα πολιτική μεθόδευση έχει και κάποιες επιτυχίες. Οι πιο αδύναμες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν αναγκαστεί να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις που είχαν αποφύγει εδώ και δεκαετίες. Πρόκειται για την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, την εξάλειψη της φοροδιαφυγής, την άνοδο των υπερβολικά χαμηλών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, την μείωση της γραφειοκρατίας, την ιδιωτικοποίηση κρατικών τομέων, καθώς και το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, όπως είναι τα φαρμακεία και οι υπηρεσίες ταξί. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, τις τρεις χώρες που έχουν λάβει πακέτα διάσωσης. Η Ιταλία και η Ισπανία έχουν επίσης υιοθετήσει τα δικά τους προγράμματα αναδιάρθρωσης, αν και διστακτικά. Αν τα κράτη αυτά ήταν σε θέση να εκδώσουν ευρωομόλογα, δεν θα είχαν το κίνητρο να προβούν σε μεταρρυθμίσεις.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΝΑ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙΣ

Παρόλα αυτά, η τρέχουσα διαχείριση της κρίσης αποδείχθηκε ανεπαρκής σε ένα σημαντικό θέμα. Τουλάχιστον από τη στιγμή που αυτό το άρθρο πήγε προς δημοσίευση, σε καμιά αφερέγγυα χώρα δεν είχε επιτραπεί να χρεοκοπήσει. Τα χρέη Ελλάδα είναι εκτός ελέγχου , αλλά το σχέδιο διάσωσης που έχει επινοηθεί για τη χώρα την ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής τον Ιούλιο ενθαρρύνουν τις τράπεζες που της είχαν δανείσει χρήματα για να μετακυλήσουν τα χρέη της ή ή να παρατείνουν τους όρους αποπληρωμής τους. Αυτό είναι πολύ μακριά από μια σωστή αναδιάρθρωση χρέους, κάτι το οποίο θα άφηνε την Αθήνα με ένα χαμηλότερο επίπεδο του χρέους, ένα χρέος που θα μπορούσε ρεαλιστικά να εξυπηρετήσει.

Εταιρείες και ιδιώτες σε όλο τον κόσμο αναδιαρθρώνουν τα χρέη τους. Κυβερνήσεις εκτός της Ευρώπης αθετούν τις υποχρεώσεις τους. Γιατί θα πρέπει οι χώρες της ευρωζώνης να εξαιρούνται από την πτώχευση; Η ασυνέπεια πληρωμών δεν είναι κάτι ωραίο, φυσικά. Οι δανειστές χάνουν χρήματα. Οι οφειλέτες μπορεί να μποϊκοταριστούν για χρόνια ή να πρέπει να πληρώνουν υψηλότερα επιτόκια. Αλλά έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα. Όπως και οι επενδυτές που κάνουν συνετά δάνεια, οι κυβερνήσεις που δανείζονται πάρα πολύ δεν θα πρέπει να παραμένουν στο απυρόβλητο. Εάν δεν αισθάνονται καθόλου πόνο, θα επαναλάβουν τα ίδια λάθη. Πράγματι, ο φόβος της αναγκαστικής κήρυξης πτώχευσης θα μπορούσε να αποτρέψει εξαρχής τις κυβερνήσεις από το να δημιουργούν περίσσεια χρεών. Η επιλογή της χρεοκοπίας με ελεγχόμενο τρόπο θα έπρεπε να είναι μέρος της τρέχουσας προσέγγισης για τη διαχείριση κρίσεων για εκείνες τις κυβερνήσεις που πραγματικά δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους: σίγουρα την Ελλάδα και, ενδεχομένως, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, επίσης.

Ωστόσο, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι πολιτικοί έχουν μέχρι στιγμής θεωρήσει εξ ορισμού την χρεοκοπία ως ανάθεμα, επειδή έχουν φοβούνται μην μεταδοθεί. Εάν η Ελλάδα χρεοκοπούσε, οι τράπεζες που της δάνεισαν χρήματα θα μπορούσαν επίσης να χρεοκοπήσουν. Η αγορά ίσως συμπεράνει ότι κι άλλες αδύναμες κυβερνήσεις θα πτωχεύσουν, γεγονός που θα καταστήσει δύσκολη την άντληση κεφαλαίων. Ορισμένοι πολιτικοί φοβούνται ότι το χάος που θα δημιουργηθεί θα είναι ανάλογο ή ακόμα χειρότερο από το χάος που ακολούθησε την πτώχευση της Lehman Brothers. Υπήρξαν πράγματι ενδείξεις ότι η κρίση εξαπλώνεται στην Ιταλία: η κυβέρνησή της βρίσκει όλο και περισσότερο ακριβό το να δανείζεται χρήματα από την αγορά ομολόγων.

Αλλά δεν είναι πολύ αργά για να τεθεί η επιλογή της ελεγχόμενης πτώχευσης πίσω στο τραπέζι των συζητήσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τα λάθη πολιτικής για την οποία η Γαλλία και η Γερμανία έχουν την ευθύνη –ξεκινώντας από την καταπάτηση του αρχικού καθεστώτος για έλλειμμα και καταλήγοντας στα εμπόδια που τέθηκαν για μια λογική αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας - πρέπει να πληρώσουν με κάποιο τρόπο. Και θα το κάνουν, με τη μορφή των χαμηλών επιτοκίων για τα χρήματα που έχουν ήδη δανείσει στις αδύναμες οικονομίες αλλά και με τη μορφή των πρόσθετων κεφαλαίων που χρειάζονται να διοχετεύσουν στις δικές τους τράπεζες για την κάλυψη του κόστους των επισφαλών δανείων τους προς την Ελλάδα και πιθανόν και άλλα κράτη. Αυτό θα τους κοστίσει πολύ, αλλά λιγότερο από το να διοχετεύσουν κι άλλα πολύτιμα κεφάλαια προκειμένου να αποφευχθεί μια χρεοκοπία. Και σίγουρα θα είναι κάτι φθηνότερο από την ολοκλήρωση της δημοσιονομικής ένωσης.

ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ ΕΣΧΑΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

Μέρος της τέχνης της διαχείρισης μιας οικονομικής κρίσης είναι η διάκριση των υπό πτώχευση ιδρυμάτων από εκείνα που δεν έχουν ρευστότητα. Τα χρέη των αφερέγγυων ιδρυμάτων θα πρέπει να αναδιαρθρωθούν, ενώ οι οργανισμοί που δεν διαθέτουν ρευστότητα θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν με νέα κεφάλαια. Όπως μια χώρα με δικό της νόμισμα, η ευρωζώνη χρειάζεται ένα δανειστή έσχατης ανάγκης. Το κλειδί, όμως, θα είναι να εξασφαλιστεί ότι δεν θα γίνει δανειστής πρώτη ανάγκης, καθώς αυτό θα αφαιρούσε κάθε κίνητρο για τα κράτη και τις τράπεζες να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους με υπευθυνότητα.

Έχοντας εισέλθει το 2007στην πιστωτική κρίση χωρίς ένα σωστά μελετημένο σχέδιο για το πώς ένας δανειστής έσχατης ανάγκης θα μπορούσε να λειτουργήσει, η ευρωζώνη έπρεπε να δημιουργήσει μια σχετική πολιτική στα πεταχτά. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρείχε στις τράπεζες άφθονη ρευστότητα από την αρχή της κρίσης, αλλά αυτό πραγματικά θα έπρεπε να είχε γίνει μαζί με μια ολοκληρωμένη εποπτεία των τραπεζών σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Αντ 'αυτού, η εποπτεία ήταν κατακερματισμένη και, σε κάποιο βαθμό, εξακολουθεί να είναι. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει επίσης βοηθήσει στη χρηματοδότηση κυβερνήσεων που βρίσκονται σε πρόβλημα – πρώτα την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, στη συνέχεια την Ιταλία και την Ισπανία - με την εξαγορά των ομολόγων τους. Ήλπιζε ότι αυτό θα αύξανε την αξία των ομολόγων και καθιστούσε ευκολότερο για τις κυβερνήσεις να εκδώσουν νέες. (Δεδομένου ότι τα ομόλογα έχουν αγοραστεί στην αγορά, αυτό δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το να δίνεις στις κυβερνήσεις μετρητά.)

Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ένιωθε άβολα με αυτό το ρόλο, επειδή δεν πιστεύει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να τυπώνουν χρήμα για να μειώσουν τα ελλείμματά τους. Έτσι, οι χώρες της ευρωζώνης αποφάσισαν στη σύνοδο κορυφής του Ιουλίου ότι το έργο αυτό θα πρέπει να μεταφερθεί στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), ένα νέο «μαύρο» ταμείο το οποίο συστάθηκε για να βοηθήσει στη διαχείριση της κρίσης. Παράλληλα, συμφώνησαν να επεκτείνουν το μέγεθος του μηχανισμού, δίνοντάς του τις απαραίτητες εξουσίες για να παρέχει χρήματα σε τράπεζες με προβλήματα ρευστότητας, όπως επίσης δίνοντάς του τη δυνατότητα να παρέχει πιστώσεις έκτακτης ανάγκης στις κυβερνήσεις που δεν βρίσκονται σε πλήρη προγράμματα διάσωσης.

Αλλά αυτό δεν έχει έβαλε ένα τέλος στη συζήτηση για το ποια είναι η καλύτερη πολιτική αντιμετώπισης τέτοιων κρίσεων. Ο Willem Buiter, επικεφαλής οικονομολόγος της Citigroup, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι παρά την επέκταση στα 440 δισεκατομμύρια ευρώ, το EFSF είναι ακόμη πολύ μικρό για να χειριστεί την πλήρη διάσωση της Ιταλίας και της Ισπανίας. Αν και αυτό είναι αλήθεια, ένας δανειστής έσχατης ανάγκης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μόνιμο στήριγμα έτσι κι αλλιώς. Η Ιταλία και η Ισπανία θα μπορούσαν να λύσουν τα δικά τους προβλήματα, αν είχαν την πολιτική βούληση να σφίξουν το ζωνάρι τους. Πλήρεις διασώσεις θα είναι αναγκαίες μόνον εάν αποφύγουν αυτή την ευθύνη.

Το EFSF θα αντικατασταθεί στα μέσα του 2013 από ένα νέο Ταμείο διάσωσης που ονομάζεται Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (European Stability Mechanism, ESM), και θα είναι ένας μόνιμος μηχανισμός. Σε ένα σημαντικό θέμα, το ESM θα είναι καλύτερο από το EFSF: θα κάνει απαραίτητη την διάκριση μεταξύ της αφερέγγυας και της μη έχουσας ρευστότητα κυβέρνησης, όταν προβαίνει σε δάνεια. Στην περίπτωση των αφερέγγυων κυβερνήσεων, το χρέος που διακρατείται από πιστωτές του ιδιωτικού τομέα θα πρέπει να αναδιαρθρωθεί ώστε να καταστούν τα χρέη των κυβερνήσεων βιώσιμα. Κρίμα που αυτός ο μηχανισμός δεν έχει ξεκινήσει εδώ και δύο περίπου χρόνια.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Με δεδομένες αυτές τις πολυπλοκότητες, πολλοί ευρωσκεπτικιστές πιστεύουν ότι θα ήταν καλύτερο να εγκαταλειφθεί το ευρώ συνολικά. Αλλά αυτό είναι μια κακή ιδέα. Η νομισματική ένωση μπορεί να είχε μια πρόωρη ανάπτυξη, αλλά κανείς δεν έχει καταλήξει σε έναν τρόπο να γυρίζει το ποτάμι προς τα πίσω. Εάν η Αθήνα αποφασίσει ποτέ να επαναφέρει την δραχμή, για παράδειγμα, οι άνθρωποι θα αποσύρουν αμέσως τα ευρώ τους από τις ελληνικές τράπεζες, προκαλώντας την κατάρρευση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας πριν ακόμη κυκλοφορήσει το νέο νόμισμα. Καταθέτες σε άλλες αδύναμες χώρες θα κάνουν ανάληψη των χρημάτων τους από τις τράπεζες των χωρών αυτών, προκαλώντας μια αλυσίδα κατάρρευσης και μια βαθιάς ύφεσης. Υπάρχει μια άλλη επιλογή: η πειθαρχία στην αγορά μαζί σκληρή αλληλεγγύη. Το φάρμακο τούτο θα είναι δύσκολο να το καταπιεί κανείς, αλλά στο τέλος, αυτό θα οδηγήσει σε μια πιο υγιή Ευρώπη.

* Ο HUGO DIXON είναι ιδρυτής και διευθυντής του Reuters Breakingviews

Δεν υπάρχουν σχόλια: